Το Υπουργείο Παιδείας και Βαρβαρότητας κλήθηκε πρόσφατα να δώσει εξηγήσεις, μετά από ερώτηση βουλευτή, για το γεγονός ότι η προσέλευση θεατών στις παραστάσεις του Διεθνούς Φεστιβάλ Κύπρια έπεσε από τους 18.847 το 2014, στους 12.555 το 2015 και στους 8.839 το 2016. Αντίστοιχος περονόσπορος, φυσικά, έπεσε και στα έσοδα της διοργάνωσης. Και πού –αν έχετε τον θεό σας- απέδωσαν, με κάθε επισημότητα, οι φωστήρες που κρατούν στα χέρια τους τις τύχες της πολιτιστικής πολιτικής αυτού του τόπου το γεγονός ότι το κοινό έχει γυρίσει την πλάτη στο φεστιβάλ; Την ίδια περίοδο, λέει, διεξάγονται πολλές παράλληλες εκδηλώσεις, «όπως τα δυο φεστιβάλ Μπύρας». Ας μη σχολιάσω καν τις συναυλίες της Βίσση, της Μαρινέλλας και τις παραστάσεις του Σεφερλή (ωιμέ!) που επίσης αναφέρονται ως… αντίπαλον δέος στην απάντηση του Υπουργού.

Καταλάβατε πού έφτασε το σημαντικότερο πολιτιστικό φεστιβάλ του κράτους; Να έχει «ανταγωνιστές» τα φεστιβάλ μπύρας. Και σε ποιο ακριβώς σημείο της κατηφόρας, άραγε, σκοπεύουν να πατήσουν το φρένο; Όταν θα ανταγωνίζεται επάξια τα φεστιβάλ κολοκασιού, παπουτσόσυκου και παλουζέ; (Με όλη τη συμπάθεια στις συγκεκριμένες διοργανώσεις και τους στόχους τους.)

Χωρίς να είμαι μάγος ή προφήτης, για μένα ήταν αναμενόμενο το λίγο- πολύ τζούφιο και αδιάφορο πρόγραμμα που μάς ξεφούρνισαν, καθαρά προϊόν σπασμωδικών κινήσεων, δεμένων χεριών και έλλειψης οράματος. Κάτι περισσότερο από αυτό θα ήταν για μένα έκπληξη. Άλλωστε, έχω κουραστεί και κουράσει και το αναγνωστικό κοινό μέσα από αυτή τη στήλη να γράφω για την κραυγαλέα ανάγκη αλλαγής φιλοσοφίας και χάραξης μακρόπνοης στρατηγικής στο κρατικό φεστιβάλ.

Αυτό όμως που με εκνεύρισε αφάνταστα, που με έβγαλε από τα ρούχα μου, ήταν το θράσος των Πολιτιστικών Υπηρεσιών να περιλάβουν στη σχετική ανακοίνωση για το πρόγραμμα κι ένα άνευ προηγουμένου αυτολιβάνισμα για την ένταξη στην πλατφόρμα EFFE (Europe for Festivals, Festivals for Europe), γεγονός, λέει, που δείχνει ότι «το υψηλό επίπεδο και προσφορά του Διεθνούς Φεστιβάλ ΚΥΠΡΙΑ αναγνωρίζεται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο» -τρομάρα μας- και «επιβραβεύει τις μέχρι σήμερα προσπάθειες για αναβάθμιση του Φεστιβάλ» (!). Μα τη ζηλευτή αυτή διάκριση, που στηρίζεται σε βασικά και συγκεκριμένα κριτήρια, την εξασφάλισαν δεκάξι (16) ακόμη φεστιβάλ από την Κύπρο και συνολικά 715 από 39 χώρες σε όλη την Ευρώπη. Αυτό έλειπε δηλαδή, να την έπαιρνε το Φεστιβάλ Λόφου και το Afro Banana Republic Festival και να μην την έπαιρνε το κρατικό Φεστιβάλ με τον προϋπολογισμό του μισού εκατομμυρίου. Θα έπρεπε να το έκλειναν το μαγαζί.

Το γεγονός ότι έφτασαν να πανηγυρίζουν για τα αυτονόητα, αυτή η δίψα για επιβεβαίωση, αφενός αποκαλύπτει μια νευρικότητα. Αφετέρου, προδίδει το ότι δεν υπάρχει ούτε ίχνος αυτογνωσίας, αυτοκριτικής, τσίπας.

Δεν προτρέχω, ούτε λέω ότι δεν υπάρχουν υποσχόμενες και αξιόλογες εκδηλώσεις στο πρόγραμμα. Αναφέρομαι στη γενικότερη αίσθηση που αποπνέει, που προφανώς απέχει παρασάγγας όχι από αντίστοιχες διοργανώσεις άλλων χωρών, αλλά από τα ίδια τα κριτήρια που το Υπουργείο έχει θέσει. Πού είναι η «καινοτομία και πρωτοτυπία», η «μύηση του κοινού σε νέες φόρμες και δημιουργικά πεδία», η «συμβολή στην ανάπτυξη του θεσμού»; Κι αν αυτή είναι η «αφρόκρεμα» των 82 προτάσεων που υποβλήθηκαν από την Κύπρο και το εξωτερικό, διερωτήθηκε κανείς γιατί το Φεστιβάλ δεν έχει το κύρος, ή την οικονομική και τεχνική δυνατότητα να πείσει π.χ. έναν έστω από τους διεθνούς εμβέλειας καλλιτέχνες που θα παρελάσουν φέτος από το Φεστιβάλ Αθηνών, το οποίο μόλις πέρσι περνούσε τη μεγαλύτερη κρίση της Ιστορίας του;

Η καραμέλα του χαμηλού προϋπολογισμού έλιωσε πια. Κι αν ο καλλιτεχνικός διευθυντής αισθάνεται ότι έχει τα χέρια δεμένα γιατί δεν βγαίνει να τα πει, γιατί δεν τους τα βροντάει και προτιμά να επωμίζεται την ευθύνη και να εκτίθεται; Μακάρι να ήταν το οικονομικό το πρόβλημα του Φεστιβάλ. Και μακάρι να μπορούσαμε να πούμε ότι φταίει που έχει αποτύχει το μοντέλο του καλλιτεχνικού διευθυντή. Θα τον βόλευε τον Υπουργό, ο οποίος προφανώς αδυνατεί να καταλάβει ότι η διοργάνωση συνθλίβεται μέσα στις ίδιες τις παθογένειες της γενικότερης πολιτιστικής πολιτικής.

Φωτογραφία: Volksbühne, Χέρμπερτ Φριτς, «Murmel Murmel» (άσχετο).