Μπορεί το θέατρο χωρίς τον θεατή να θεωρείται αδιανόητο, εντούτοις ο ακινητοποιημένος στο κάθισμά του θεατρόφιλος με το αιχμάλωτο βλέμμα δεν παύει να αποτελεί ένα ον παθητικό και το θέαμα να εκλαμβάνεται ως το ακριβώς αντίθετο της δράσης. Και δεν θα πρέπει να αποκλείεται η ύπαρξη κι ενός αισθήματος φθόνου προς τους δρώντες. Σύμφωνα με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΘΟΚ κατά την παρουσίαση του προγραμματισμού της νέας σεζόν, στόχος είναι να πάει ο πήχης του θεάτρου λίγο ψηλότερα και να δοκιμάσουν να περάσουν πάνω από αυτόν όχι μόνο οι δημιουργοί, αλλά κι οι θεατές. Κι έχει δίκιο όταν λέει ότι και οι θεατές έχουν ευθύνη για την ποιότητα του θεάτρου που απολαμβάνουν. 

Oι –θεωρητικά– παθητικοί θεατές δρουν με την ίδια την έλευσή τους σε μια παράσταση, με τις αντιδράσεις τους, τις επευφημίες ή τις αποδοκιμασίες, την ένταση του χειροκροτήματος και κυρίως με όσα παίρνουν μαζί τους φεύγοντας, επεξεργασμένα στο χωνευτήρι της δικής τους κοσμοθεωρίας και ιδιοσυγκρασίας. Όχι λειτουργώντας σαν μηχανικοί παλαμακιστές, αλλά μετουσιώνοντας και διαδίδοντας το θεατρικό μήνυμα, όσο ανατρεπτικό κι αν θεωρείται.

Είναι σαφές ότι στον ΘΟΚ πνέει ένας νέος άνεμος κι αυτό έπαψε να αποτελεί έναν συμβολικό ευφημισμό με την ανάληψη και μόνο των καθηκόντων του πρώτου καλλιτεχνικού διευθυντή από τον Σάββα Κυριακίδη. Προσπερνώ το γεγονός ότι η πραγματικότητα αυτή τόνισε ακόμη περισσότερο το τεράστιο κενό από την καθυστέρηση στην πλήρωση αυτής της θέσης. Έγινε σαφές κατά την αναλυτική παρουσίαση του πρώτου του καλλιτεχνικού σχεδιασμού. Μένει να αποδειχθεί ότι ο άνεμος αυτός είναι ούριος και θα ευνοήσει τους φιλόδοξους στόχους.

Εκτός από τους χαμηλούς και συμφιλιωτικούς τόνους που επέλεξε να κρατήσει από την πρώτη μέρα, καταγράφεται και μια διάθεση για αλλαγές στην κατεστημένη νοοτροπία. Οι ίδιοι οι σκηνοθέτες εμφανίζονται ευχάριστα ξαφνιασμένοι από τα «νέα ήθη». Το φαινόμενο των «στημένων» οντισιόν έλαβε από φέτος τέλος, με τους σκηνοθέτες να πραγματοποιούν ακροάσεις μόνο όταν το κρίνουν απαραίτητο. Τέλος έλαβαν και οι χωρίς νόημα διαδικαστικές ταλαιπωρίες, ενώ ο οργανισμός άρχισε πάλι να αποπνέει εμπιστοσύνη στο εγχώριο δυναμικό, χωρίς παράλληλα να κλείνει πόρτες στο εξωτερικό.

Ο Κώστας Σιλβέστρος, νεαρότατος σκηνοθέτης και πρωτάρης με την ιδιότητα αυτή στον ΘΟΚ, θα πρέπει να μην έχει συνέλθει ακόμη από το σοκ όταν μετά την πρώτη συνάντηση με τον Σάββα Κυριακίδη του τέθηκε το αδιανόητο ερώτημα «ποιο έργο θέλεις να σκηνοθετήσεις;» Βέβαια, ο καλλιτεχνικός διευθυντής είναι αδύνατο να δεσμευτεί ότι μπορεί να το κάνει αυτό συνέχεια. Ωστόσο, είναι σημαντικό το μήνυμα ότι ο σχεδιασμός και η φιλοσοφία ενός ρεπερτορίου που δομείται από ένα πρόσωπο και με βάση συγκεκριμένη κατεύθυνση δεν παραγκωνίζει εξ ορισμού τα «θέλω» ενός σκηνοθέτη.

Το ενωτικό κλίμα αποκαθίσταται γοργά στο κρατικό θέατρο και είναι χαρακτηριστικό ότι βλέπεις γνώριμες θεατρικές φάτσες να κυκλοφορούν ενθουσιασμένες, άτομα που λίγο καιρό πριν ήταν αμφίβολο αν θα περνούσαν το κατώφλι ακόμη και ως θεατές. Πέραν όλων αυτών, θεωρώ αποφασιστικής σημασίας ένδειξη το ότι ο σχεδιασμός και οι επιλογές δεν κινούνται εκ του ασφαλούς. Σαφώς και είναι ρίσκο η απευθείας ανάθεση έργου σε Κύπριο συγγραφέα, σαφώς και χρειάζεται γενναιότητα η «άνευ όρων» παράδοση του χώρου των Αποθηκών σε δύο τολμηρούς και διψασμένους για έκφραση δημιουργούς, για να τον μετατρέψουν σε ανοιχτό πεδίο καλλιτεχνικής δραστηριότητας.

Η αναδιαμόρφωση του τοπίου μπορεί να επέλθει μόνο με ριψοκίνδυνες, όσο και ρηξικέλευθες επιλογές που θα ταράξουν τα νερά. Το ρίσκο ανοίγει τον δρόμο για την πραγματική πρόοδο και μπορεί να επιφέρει νέα διάθεση και ώθηση στον ΘΟΚ και το κυπριακό θέατρο. Εννοείται ότι αξίζει να δώσουμε πίστωση χρόνου σ’ αυτή τη νέα προσπάθεια, όπως εννοείται ότι κανείς δεν μπορεί να μας εγγυηθεί πως η επόμενη μέρα θα είναι οπωσδήποτε άσπρη. Ίσως, όπως θα ‘λεγε κι ο Γουατεμαλτέκος συντομογράφος Αουγκούστο Μοντερόζο, όταν ξυπνήσουμε, «ο δεινόσαυρος να είναι ακόμη εδώ». Τουλάχιστον, όμως, ελπίζουμε βάσιμα ότι θα είναι λιγότερο τρομακτικός.