Θυμάμαι σαν χθες την έκπληξη και το ενδιαφέρον που αναπτύχθηκε μια περίεργη μέρα του Απρίλη του 2016, στην Επιτροπή Παιδείας της Βουλής. Οι ελάχιστοι βουλευτές γινόντουσαν σοφότεροι απ’ όσα άκουγαν από τους εκπροσώπους των Πολιτιστικών Υπηρεσιών και της Ένωσης Σκηνοθετών σχετικά με την ανάγκη στήριξης και ενίσχυσης του κινηματογραφικού και του οπτικοακουστικού τομέα, αλλά κυρίως την ανάγκη προώθησης κινήτρων για διεθνείς παραγωγές.

Η επιφοίτηση φαινόταν ότι ήρθε κάπως αργά, αφού δυο 24ωρα αργότερα επήλθε η διάλυση του σώματος λόγω εκλογών. Κι ο τέως πρόεδρος της Επιτροπής, Γεώργιος Τάσου, αφού ομολόγησε την αμαρτία του ότι μόλις τότε συνειδητοποίησε τις δυνατότητες του τομέα και ξαλάφρωσε -ως γνωστόν αμαρτία ομολογημένη ουκ έστιν αμαρτία- παρέδωσε τη σκυτάλη και σήμερα είναι κοινοτάρχης της Ξυλοφάγου.

Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται ότι εκείνη την ημέρα υπήρχαν κι άλλα ευήκοα ώτα στην αίθουσα. Ή τέλος πάντων, έπιασε τόπο η γκρίνια τόσων ετών ή τελικά η τακτική των εμπλεκομένων να χρησιμοποιήσουν τη λογιστική γλώσσα των επιχειρήσεων και να πείσουν με απλά στοιχεία, αριθμούς και φοροτεχνικής φύσης επιχειρήματα για τις εν δυνάμει ευεργετικές επιδράσεις της ανάπτυξης της βιομηχανίας του κινηματογράφου στην ανάδειξη νέων τομέων οικονομικής δραστηριότητας. «Money talks» που λένε και στο χωριό μου.

Βέβαια, μπορεί όλα αυτά να είναι εικασίες κι απλώς κάποιος άνθρωπος- κλειδί να έβλεπε φανατικά το «Game of Thrones» και να διάβασε για τα δεκάδες εκατομμύρια λίρες που εισρέουν στην οικονομία της Βορείου Ιρλανδίας από την τουριστική εκμετάλλευση των τοποθεσιών όπου γίνονται τα γυρίσματα της δημοφιλούς τηλεοπτικής υπερπαραγωγής. Γιατί να μη γίνει κάτι ανάλογο και στην Κύπρο, σου λέει. Και σωστά.

Όπως και να ‘χει, με τα πολλά τα γρανάζια άρχισαν να γυρίζουν και μάλιστα πήραν και φόρα. Κι ύστερα, ήρθαν και οι τεχνοκράτες, παραγκωνίζοντας ελαφρώς τον ανθρώπινο παράγοντα. Η σχετική μελέτη εκπονήθηκε με την ενεργή εμπλοκή του Κυπριακού Οργανισμού Προώθησης Επενδύσεων (CIPA) και περιλαμβάνει φορολογικά κίνητρα κι άλλες διευκολύνσεις με στόχο την προσέλκυση ενδιαφερόμενων για να επενδύσουν κινηματογραφικά στο νησί.

Δεν ανακάλυψε κανείς τον τροχό, βέβαια. Μιλάμε για πρότυπα εγκεκριμένα από την ίδια την ΕΕ και δοκιμασμένες συνταγές όπως της Μάλτας, η περίπτωση της οποίας αποτέλεσε για ευνόητους λόγους υπόδειγμα business plan. Τα σχετικά νομοσχέδια προωθούνται άμεσα, με προοπτική να ψηφιστούν αν είναι δυνατόν και τον Οκτώβριο, ενώ έχει ήδη εγκριθεί σχετική πρόνοια στον προϋπολογισμό του 2018.

Ένα λεπτό, όμως, ρε παιδιά! Είπαμε να ξεγλιστρήσουμε από την παροιμιώδη κυπριακή γραφειοκρατική ολιγωρία και τη θεσμική αδιαφορία, αλλά όχι κι έτσι! Χωρίς να θέλω να φανώ μίζερος, γκρινιάρης και αιωνίως καχύποπτος (δεν τα καταφέρνω, το ξέρω), δεν μπορώ να μην επισημάνω τη βιασύνη, αλλά και την παράκαμψη σημαντικών κοινωνικών εταίρων, όπως είναι οι επαγγελματίες του χώρου, τους οποίους αφορά άμεσα η καθοριστική αλλαγή που θα επέλθει στο κινηματογραφικό τοπίο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η δημόσια διαβούλευση σχετικά με το θέμα διοργανώθηκε μόλις την περασμένη Τετάρτη και μάλιστα οι επηρεαζόμενοι- ενδιαφερόμενοι ειδοποιήθηκαν και ενημερώθηκαν για το πολυσέλιδο έγγραφο με τις πρόνοιες λίγες μόλις ώρες πριν. Χωρίς να τους δίνεται δηλαδή ο χρόνος να το μελετήσουν διεξοδικά για να διαμορφώσουν άποψη.

Είναι πράγματι λίγο περίεργο, αλλά από την άλλη ίσως να πρόκειται απλώς για τον ένθερμο ζήλο των εμπλεκομένων. Ίσως να μην μπορούν να συγκρατήσουν την υπερβολική τους προθυμία. Έδωσαν μέσα τώρα που γυρίζει. Και γιατί ξαφνικά γυρίζει; Γιατί το γενικό κουμάντο στην υπόθεση έχει πλέον το Υπουργείο Οικονομικών και ο ρόλος π.χ. του Παιδείας και των λειτουργών του θα είναι στην καλύτερη περίπτωση διακοσμητικός.

Από εκεί λοιπόν που το ΥΠΟΙΚ δεν είχε καν εκπροσωπηθεί, παρότι προσκλήθηκε, στην προαναφερθείσα συνεδρία της Βουλής, συνειδητοποίησε τα πολλαπλά οφέλη, πήρε τα ηνία και μέχρι να πεις «Χόλιγουντ» το νερό μπήκε στο αυλάκι. Έτσι, για να μην ξεχνάμε ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο.

ΥΓ: Εισηγούμαι οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες να μετακομίσουν στο Υπουργείο Οικονομικών. Παραχρήμα.