Αν δείτε το σχετικό νομοσχέδιο, πρώτος σκοπός της Ακαδημίας είναι λέει η προώθηση της αριστείας σε όλες της εκδηλώσεις του πνεύματος. Άριστοι που πουλάν πνεύμα, δηλαδή. Καταλάβατε τώρα;
Προβληματίστηκα λίγο με τον τίτλο αυτού του άρθρου, για να είμαι ειλικρινής, καθώς πολεμούσαν μέσα μου επίσης οι τίτλοι «Η φούντα του ψωριάρη» και «Το ραπανάκι του πειναλέου». Όλοι προέρχονται από παροιμίες που μιλούν για την ελαφρομυαλιά κάποιων ματαιόδοξων που διεκδικούν περιττές πολυτέλειες παρόλο που δεν έχουν λύσει ζωτικά ζητήματα της διαβίωσής τους.
Επαναλαμβάνομαι όμως. Χρησιμοποιώ τις ίδιες και ίδιες παροιμίες για να τονίσω το παράλογο, κατά την άποψή μου, του πράγματος σχετικά με τη σπουδή των κυβερνώντων να ιδρύσουν αμάν-αμάν Ακαδημία Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών. Τότε ήταν η ανακοίνωση της «στρατηγικής σημασίας» απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Τώρα είναι η συζήτηση που έχει ανάψει για τα καλά στη Βουλή και η βιασύνη της κυβέρνησης να ασκήσει πίεση ώστε να κεφαλαιοποιήσει προεκλογικά τα εύσημα για την ίδρυση του ιδρύματος που θα βγάλει –τρομάρα μας– από τη μια μέρα στην άλλη την Κύπρο από τον πνευματικό Μεσαίωνα.
Τι ήταν αυτό που έλειπε από τις επιστήμες, τα γράμματα και τις τέχνες μας; Μήπως όραμα και συνολική πολιτική και θεσμική θωράκιση, μακριά από ψηφοθηρικές πρακτικές κι ακόμη πιο μακριά από κλειστά ηθικολογικά συστήματα; Μήπως τομές στην παιδεία και στον πολιτισμό, εναρμόνιση με τις ραγδαίες παγκόσμιες κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές; Μήπως οριστική απαλλαγή του εκπαιδευτικού μας συστήματος από τον μονολιθικό και εθνοκεντρικό του χαρακτήρα; Μήπως, επιτέλους, θεσμική και ηθική αναγνώριση των υπηρετών του πνεύματος και του έργου τους; Ή μήπως η εκρίζωση, στην πράξη κι όχι στα λόγια, του πολιτιστικού μας αναλφαβητισμού; Όοοοοοχι. Μα πώς δεν το είχαμε σκεφτεί πιο πριν; Ιδρύουμε μια Ακαδημία και –τσουπ!– μπαίνουν όλα στη θέση τους. Και η παιδεία αναβαθμίζεται, και οι επιστήμες ανθούν. Όσο για τα γράμματα και τις τέχνες; Θα γεννούν και τα κοκόρια τους. Έχουμε πολύ πιπέρι και ρίχνουμε και στα λάχανα.
Σοβαρά τώρα, το πιο εξωφρενικό μ’ αυτή τη φούρια για την ίδρυση Ακαδημίας φοβάμαι ότι δεν είναι τα προεκλογικά οφέλη ή η ενδεχόμενη ματαιοδοξία του Καδή, που φαγώθηκε να αφήσει κάτι βαρύγδουπο πίσω του, σαν πολιτικό κληροδότημα, για να ‘χουμε να τον μνημονεύουμε. Το πιο εξωφρενικό είναι να πιστεύουν ειλικρινά ότι πραγματικά αυτό είναι το μεγάλο βήμα που θα μας βγάλει από τη μιζέρια. Την ίδια στιγμή που ο πολιτισμός θεωρείται θεσμικά η τελευταία τρύπα του ζουρνά, ενώ ο ανθός της κυπριακής έρευνας και επιστήμης σταδιοδρομεί μονοδρομικά στο εξωτερικό.
Φυσικά, η κυβέρνηση και ο υπουργός δεν έχουν το ίδιο μαράζι και τις ίδιες φιλοδοξίες για «περιττές πολυτέλειες», όταν η συζήτηση πηγαίνει π.χ. στην ανάγκη ριζικής αναβάθμισης και αυτονόμησης της πολιτιστικής πολιτικής.
Δεν λέω ότι είναι κακό να είμαστε μικροί αλλά φιλόδοξοι και να θέλουμε κι εμείς να μπούμε στον ευρωπαϊκό χάρτη με τις προηγμένες χώρες που διαθέτουν ένα ανώτατο πνευματικό ίδρυμα στις επιστήμες, τα γράμματα και τις καλές τέχνες. Άλλο όμως αυτό κι άλλο να βάζουμε την άμαξα πριν από το άλογο. Για μια χώρα μικρή, αλλά κυρίως πολιτικά και κοινωνικά ανώριμη, όπως είναι η Κύπρος, με τόσες ελλείψεις και τρύπες στη νοοτροπία, αλλά και στους θεσμούς που έχουν ως αντικείμενο τα γράμματα και τον πολιτισμό, είναι τουλάχιστον επιπόλαια και πρόωρη η παρθενογένεση ενός αντιπροσωπευτικού σώματος τέτοιου βεληνεκούς, που συν τοις άλλοις καλείται και να μην υστερεί τρομακτικά απέναντι στα αντίστοιχα ευρωπαϊκά που φιλοδοξεί να μιμηθεί.
Υπό αυτή την έννοια, συμφωνώ με την εκτίμηση της συγκλήτου του Πανεπιστημίου Κύπρου επί του θέματος, ότι δεν υφίστανται οι συνθήκες που να επιτρέπουν την πρώτη στελέχωση ενός τέτοιου ιδρύματος με τρόπο που να αρμόζει στην ιστορία, τον πολιτισμό και τις δυνατότητες του τόπου σήμερα. Κι ότι χωρίς την αναβάθμιση της παιδείας, ο ρόλος της Ακαδημίας καθίσταται απλώς επικοινωνιακός και διακοσμητικός. Δηλαδή άχρηστος.