Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε την περασμένη Τετάρτη να καταργήσει τον μειωμένο φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα, παρά το ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέτρεψε τη συνέχισή του για 6 μήνες ακόμη, με αποτέλεσμα οι τιμές στα πρατήρια τώρα να αυξηθούν κατά 8,3 σεντ το λίτρο. Πρόκειται για ένα μέτρο το οποίο είχε τεθεί σε εφαρμογή από την προηγούμενη κυβέρνηση, και έδωσε σημαντική ανάσα στους καταναλωτές και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η σημερινή κυβέρνηση αιτιολογεί την απόφαση της, λέγοντας ότι οι τιμές των καυσίμων έχουν πέσει στο επίπεδο του Μαρτίου του 2022. 

Αυτό το στοιχείο είναι ορθό, ωστόσο, η κυβέρνηση παραγνωρίζει μια σημαντική παράμετρο: Μπορεί να υποχώρησε η τιμή των καυσίμων, ωστόσο έμειναν όλες οι άλλες αυξήσεις που επιβλήθηκαν όχι μόνο στα είδη πρώτης ανάγκης, αλλά και στις υπηρεσίες, με πρόφαση – μεταξύ άλλων – «την άνοδο τότε της τιμής των καυσίμων».

Η κυβέρνηση λανθασμένα αγνόησε την πρόταση της προέδρου του ΔΗΣΥ, κ. Αννίτας Δημητρίου, για επέκταση του μέτρου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, ιδιαίτερα αφού κάτι τέτοιο δεν θα επηρέαζε τα δημόσια οικονομικά, όπως κατέδειξε και σχετική μελέτη του Κόμματος. 

Βλέπουμε, επίσης, με προβληματισμό, την απόφαση της κυβέρνησης να αλλάξει τον τρόπο στήριξης προς τα νοικοκυριά, μέσω της επιχορήγησης της ενέργειας. Σύμφωνα με την απόφαση, η επιχορήγηση θα επικεντρωθεί στα ευάλωτα νοικοκυριά, παραγνωρίζοντας ωστόσο ότι πέραν από τα ευάλωτα νοικοκυριά, υπάρχουν και χιλιάδες οικογένειες της μεσαίας τάξης οι οποίες βρίσκονται στη μέγγενη των αυξήσεων βασικών αγαθών και υπηρεσιών που έχει επιφέρει ο καλπάζων πληθωρισμός. 

Όλα τα πιο πάνω, επαναφέρουν στη σφαίρα της δημόσιας συζήτησης την κοινωνική πολιτική που πρέπει να εφαρμόζει ένα κράτος. Το δίλημμα για την εκάστοτε κυβέρνηση είναι ένα: 

Πως ισορροπείς ανάμεσα στα μέτρα στήριξης των πολιτών και την συνετή οικονομική πολιτική; 

Προφανώς σταθερή συνταγή δεν υπάρχει. Η κάθε κυβέρνηση καλείται να σταθμίσει τα δεδομένα που έχει ενώπιον της. Στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, σήμερα, τα πράγματα είναι απλά: Όπως καταδεικνύουν τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από το 3,5% και οι τιμές των αγαθών πολύ πιο πάνω, σε σχέση με το 2022. Για παράδειγμα, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή για τα τρόφιμα έκλεισε στις 120 Μονάδες τον περασμένο Μάιο, που σημαίνει ότι φέτος χρειαζόμαστε 20% περισσότερα χρήματα για την αγορά των ίδιων προϊόντων που αγοράζαμε πέρσι. 

Την ίδια ώρα, ο Δείκτης για την Στέγαση, την Ύδρευση και τον Ηλεκτρισμό ανέβηκε κατά 39 Μονάδες. Μέσα σε όλα αυτά, οι αρμόδιοι όφειλαν να αντιληφθούν ότι ο μειωμένος φόρος στα καύσιμα ήταν μια ανάσα μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που επιβαρύνουν την πλειοψηφία των πολιτών μας. Αντί αυτού, οι αρμόδιοι στο Υπουργείο Οικονομικών έκριναν ότι ο φόρος στα καύσιμα θα έπρεπε να επανέλθει εκεί που ήταν τον Μάρτιο του 2022. 

Προφανώς αυτή η απόφαση λήφθηκε χωρίς να εισακουστεί μια ολόκληρη κοινωνία που συνεχίζει να απορροφά τους κραδασμούς της παγκόσμιας ενεργειακής – και όχι μόνο – κρίσης.

Οι διαπιστώσεις αυτές, που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης, επιβάλλουν την επανεκτίμηση της κατάστασης αυτής και την υιοθέτηση πολιτικής για την ανακούφιση των συμπολιτών μας.

*Ευρωβουλευτής ΔΗΣΥ- ΕΛΚ