Μία πρωτοφανής υπόθεση πολιτικής παρέμβασης στο Μουντιάλ προκαλεί σάλο και αντιδράσεις, καθώς ο Λευκός Οίκος φέρεται να κινητοποιήθηκε προκειμένου να ακυρωθεί η τιμωρία του Φόλαριν Μπαλογκάν, μετά την κόκκινη κάρτα που δέχθηκε ο πρώτος σκόρερ των ΗΠΑ στη νίκη επί της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.
Η απόφαση της FIFA να άρει τελικά την τιμωρία του Αμερικανού επιθετικού άνοιξε μεγάλη συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την ανεξαρτησία του ποδοσφαίρου. Την ίδια ώρα προκάλεσε κλυδωνισμούς ακόμη και εντός της ποδοσφαιρικής κοινότητας, αφού με σκληρή ανακοίνωσή της η UEFA επιτίθεται στην FIFA και μιλά για πρωτοφανή, ακατανόητη και αδικαιολόγητη απόφαση.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Wall Street Journal, η υπόθεση ξεκίνησε λίγες ώρες μετά την πρώτη νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών σε νοκ άουτ αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου έπειτα από περισσότερα από 20 χρόνια. Αν και η επιτυχία επί της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στη Σάντα Κλάρα της Καλιφόρνιας θα έπρεπε να έχει προκαλέσει πανηγυρισμούς, το κλίμα στον Λευκό Οίκο κάθε άλλο παρά εορταστικό ήταν, καθώς η κόκκινη κάρτα στον Μπαλογκάν σήμαινε ότι ο παίκτης θα έχανε αυτόματα το επόμενο παιχνίδι των ΗΠΑ απέναντι στο Βέλγιο στο Σιάτλ, για μια θέση στα προημιτελικά.
Ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ φέρονται να κατέστρωσαν ένα ασυνήθιστο σχέδιο: να μετατρέψουν μια διαιτητική απόφαση σε ζήτημα κρατικού ενδιαφέροντος και να επιχειρήσουν την ανατροπή της. Παρότι η FIFA προστατεύει με ιδιαίτερη αυστηρότητα την αυτονομία της και τιμωρεί την πολιτική παρέμβαση στο ποδόσφαιρο, στον Λευκό Οίκο εκτιμούσαν ότι είχαν έναν σημαντικό δίαυλο: τον πρόεδρο της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο, τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ έχει στο παρελθόν αποκαλέσει «βασιλιά του ποδοσφαίρου».

Κεντρικό ρόλο, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, είχαν ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ και ο Άντριου Τζουλιάνι, εκτελεστικός διευθυντής της ομάδας εργασίας του Λευκού Οίκου για το Παγκόσμιο Κύπελλο και γιος του Ρούντι Τζουλιάνι. Οι δύο άνδρες φέρονται να θεώρησαν ότι η απόφαση ήταν άδικη και ότι η υπόθεση απαιτούσε παρέμβαση σε ανώτατο επίπεδο.
Από το ίδιο βράδυ, Λάτνικ και Τζουλιάνι οργάνωσαν σειρά τηλεφωνικών επικοινωνιών με τον Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η τιμωρία του Μπαλογκάν δεν ήταν απλώς αδικαιολόγητη, αλλά μπορούσε να υπονομεύσει τις πιθανότητες της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ στον κρίσιμο αγώνα με το Βέλγιο. Ο Τραμπ, ο οποίος είχε διαδραματίσει ρόλο στην ανάληψη του Μουντιάλ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και αντιμετωπίζει την επιτυχία της διοργάνωσης ως ζήτημα προσωπικού γοήτρου, φέρεται να έδωσε εντολή στην ομάδα του να βρει τρόπο ώστε να αρθεί η τιμωρία.
Ακολούθως, αξιωματούχοι της κυβέρνησης άρχισαν να αναζητούν ισχυρούς νομικούς, προσκείμενους στον Τραμπ, ώστε να προετοιμάσουν νομική αμφισβήτηση της απόφασης. Ένα από τα επιχειρήματα που συζητήθηκαν ήταν η χρήση του αργού ριπλέι από τη FIFA για να κριθεί αν το πάτημα του Μπαλογκάν στον αστράγαλο αντιπάλου συνιστούσε παράβαση για κόκκινη κάρτα.
Δείτε βίντεο με την επίμαχη φάση:
Η αμερικανική ομοσπονδία ποδοσφαίρου ενημερώθηκε γρήγορα για το σχέδιο, ενώ δημόσια διαμαρτυρόταν ότι δεν είχε τρόπο να προσβάλει την απόφαση και ότι δεν υπήρχε προφανής αντικαταστάτης του Μπαλογκάν στο ρόστερ. Μέσα στις επόμενες 24 ώρες, ο Τραμπ τηλεφώνησε στον άνθρωπο που γνώριζε ότι είχε την ισχύ να αλλάξει τα δεδομένα: τον Τζάνι Ινφαντίνο.
Ο Ινφαντίνο βρίσκεται στην ηγεσία της FIFA από το 2016 και έχει καλλιεργήσει στενή σχέση με τον Τραμπ. Έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στον Λευκό Οίκο, αλλά και στο πλευρό του Αμερικανού προέδρου σε διαφορετικές περιστάσεις, από αγώνα UFC στο Μαϊάμι έως τη σύνοδο για την ειρήνη στη Γάζα στην Αίγυπτο. Στην τηλεφωνική τους επικοινωνία, ο Τραμπ φέρεται να ζήτησε από τον πρόεδρο της FIFA να επανεξετάσει την απόφαση για τον Μπαλογκάν.
Αρχικά, ο Ινφαντίνο συμφώνησε να εξετάσει το θέμα, χωρίς όμως να δεσμευθεί ότι η τιμωρία θα ανατραπεί. Όταν οι δύο άνδρες μίλησαν εκ νέου μερικές ημέρες αργότερα, ο πρόεδρος της FIFA φέρεται να ενημέρωσε τον Τραμπ ότι η τιμωρία αίρεται. Η FIFA χρησιμοποίησε μια λιγότερο γνωστή διάταξη, το άρθρο 27, το οποίο, σύμφωνα με την ίδια, επιτρέπει στην Πειθαρχική Επιτροπή να ασκεί διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση κυρώσεων.
Ο Τραμπ έσπευσε να πανηγυρίσει την εξέλιξη. «Ευχαριστώ τη FIFA που έκανε το σωστό και ανέτρεψε μια μεγάλη αδικία», έγραψε το απόγευμα της Κυριακής στα κοινωνικά δίκτυα.

Η απόφαση, ωστόσο, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις εκτός Ηνωμένων Πολιτειών. Φίλαθλοι και σχολιαστές σε όλο τον κόσμο κατήγγειλαν ότι ένας αρχηγός κράτους έβαλε το χέρι του στη ζυγαριά, πλήττοντας την ακεραιότητα της διοργάνωσης. Η FIFA αρνήθηκε να σχολιάσει την επιρροή του Λευκού Οίκου και επέμεινε ότι η Πειθαρχική Επιτροπή της είναι ανεξάρτητο όργανο. Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο σύμφωνα με τη Wall Street Journal.
Η βελγική ποδοσφαιρική ομοσπονδία δήλωσε «έκπληκτη» από την ανατροπή της τιμωρίας και ανακοίνωσε ότι εξετάζει τις επιλογές της. Ο προπονητής του Βελγίου, Ρούντι Γκαρσία, διερωτήθηκε αν η υπόθεση ήταν πρωταπριλιάτικη φάρσα μέσα στον Ιούλιο, ενώ ο προπονητής της Νορβηγίας, Στάλε Σολμπάκεν, χαρακτήρισε την απόφαση «κακή, κακή, κακή, κακή, κακή» και προειδοποίησε ότι θα βλάψει το Παγκόσμιο Κύπελλο. «Λυπάμαι και για τις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε ο Σολμπάκεν, «γιατί αν κερδίσουν, αυτό θα αιωρείται πάντα πάνω από την επιτυχία τους». Μάλιστα, σε ανακοίνωση που εξέδωσε η RBFA οι Βέλγοι εξήγησαν, «έκπληκτοι», ότι εξέταζαν «όλες τις πιθανές επιλογές», αμφισβητώντας τον εν λόγω κανονισμό που επέτρεψε τη «σκανδαλώδης» αυτή απόφαση.
Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής πάντως δεν έχει τοποθετηθεί, αντιθέτως επέλεξε πριν μερικές ώρες να δημοσιεύσει μία φωτογραφία στο Instagram στην οποία βρίσκεται στο γήπεδο με γυρισμένη πλάτη έτσι ώστε να φαίνεται το όνομά του στη φανέλα.
Σε δύσκολη θέση βρέθηκε ακόμη και ο προπονητής των ΗΠΑ, Μαουρίτσιο Ποτσετίνο. Μετά την αποβολή του Μπαλογκάν στο 64ο λεπτό της νίκης με 2-0 επί της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, είχε επιμείνει ότι «δεν ήταν ποτέ κόκκινη κάρτα», τονίζοντας ότι οι Αμερικανοί αναγκάστηκαν να ολοκληρώσουν το παιχνίδι με παίκτη λιγότερο και ότι αυτό ήταν ήδη αρκετή τιμωρία. Ωστόσο, απέφυγε να απαντήσει αν ήταν θεμιτό να εμπλακεί ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια ποδοσφαιρική απόφαση.
«Στο τέλος, δεν είναι ότι είμαστε θύματα», είπε ο Ποτσετίνο στα ισπανικά. «Αλλά δεν είμαστε εμείς οι κακοί εδώ».
Η υπόθεση αφήνει πλέον βαρύ αποτύπωμα στο Μουντιάλ. Για τις ΗΠΑ, η επιστροφή του Μπαλογκάν ενισχύει αγωνιστικά την ομάδα ενόψει του κρίσιμου αγώνα με το Βέλγιο.
Για τη FIFA, όμως, η απόφαση δημιουργεί ερωτήματα για την ανεξαρτησία των πειθαρχικών διαδικασιών της. Και για το ίδιο το Παγκόσμιο Κύπελλο, ανοίγει μια συζήτηση που ξεπερνά το ποδόσφαιρο: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η πολιτική εξουσία όταν αποφασίζει ότι ακόμη και μια κόκκινη κάρτα είναι υπόθεση εθνικού συμφέροντος;
Απορρίφθηκε ως «απαράδεκτη» η έφεση του Βελγίου, παίζει ο Μπάλογκαν
Η έφεση που άσκησε η Βελγική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, ζητώντας να ισχύει η ποινή του Αμερικανού επιθετικού απορρίφθηκε απ’ την Επιτροπή Εφέσεων ως «απαράδεκτη», με την επισήμανση πως «το Βέλγιο δεν αποτελεί διάδικο στη διαδικασία και, ως εκ τούτου, δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης».
Μετά την παραπάνω εξέλιξη ο Μπάλογκαν θα δώσει κανονικά το «παρών» στην αναμέτρηση με τους «κόκκινους διαβόλους» για τους «16» του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις 03:00 της Τρίτης (7/7).
Η βελγική Ομοσπονδία γνωστοποίησε πως δεν έχει πάρει ακόμη στα χέρια της καμία επίσημη ενημέρωση για το σκεπτικό της απόφασης, ενώ προανήγγειλαν πως εάν αγωνιστεί ο Μπάλογκαν μετά την ολοκλήρωση του παιχνιδιού θα προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, προετοιμάζοντας νομική «αντεπίθεση»..
Αναλυτικά η ανακοίνωση της RBFA: «Η Βασιλική Βελγική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία (RBFA) έλαβε την απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων της FIFA, υπογεγραμμένη από το μέλος της Salman Al-Ansari, σύμφωνα με την οποία η προσφυγή της RBFA κρίνεται απαράδεκτη και επιβεβαιώνεται η προηγούμενη απόφαση που επιτρέπει στον ποδοσφαιριστή των Ηνωμένων Πολιτειών, Φόλαριν Μπάλογκαν, να αγωνιστεί.
Μέχρι σήμερα, η RBFA δεν έχει λάβει το σκεπτικό της συγκεκριμένης απόφασης, ούτε τις πληροφορίες που ζητά από την έναρξη της διαδικασίας, δηλαδή αντίγραφο της απόφασης και της αιτιολογίας που κρίνει τον ποδοσφαιριστή επιλέξιμο, καθώς και την έκθεση του διαιτητή.
Η μη παροχή των παραπάνω συνιστά παραβίαση των κανονισμών της FIFA. Η RBFA ενημέρωσε την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία των Ηνωμένων Πολιτειών (US Soccer) ότι αμφισβητεί την επιλεξιμότητα του ποδοσφαιριστή, σε περίπτωση που το όνομά του συμπεριληφθεί στο φύλλο αγώνα. Ως εκ τούτου, η RBFA διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε κάθε περαιτέρω νόμιμη ενέργεια μετά την ολοκλήρωση της αναμέτρησης».
Ενώ η UEFA εκφράζει ουσιαστικά τη θέση της βελγικής ομοσπονδίας, η οποία ήδη από την Κυριακή (5/7) έκανε λόγο για ασυνέπεια της FIFA σε σχέση με τις ίδιες τις οδηγίες της και τη Δευτέρα (6/7) ανακοίνωσε ότι θα προσφύγει, άλλοι ποδοσφαιρικοί παράγοντες καταγγέλλουν ανοιχτά παρέμβαση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προς τη FIFA.
«Δεν έχει νόημα να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Αυτή η απόφαση έχει ξεκάθαρη πολιτική οσμή. Πρόκειται αντικειμενικά για ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο», δήλωσε ο νέος Πρόεδρος της ιταλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, Τζιοβάνι Μαλάγκο, στον ραδιοφωνικό σταθμό Rai Radio 1.
Ο προκάτοχος του Ινφαντίνο στην Προεδρία της FIFA, ο Ελβετός Σεπ Μπλάτερ, υπενθύμισε από την πλευρά του ότι «οι κόκκινες κάρτες δεν ακυρώνονται με πολιτικά τηλεφωνήματα».
«Αν ένας Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών παρεμβαίνει προς τον Πρόεδρο της FIFA – και ένας ποδοσφαιριστής ξαφνικά απαλλάσσεται πριν από έναν νοκ άουτ αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου – τότε το ερώτημα είναι αναπόφευκτο: Quo vadis (Πού βαδίζεις), FIFA;», έγραψε στο Χ.
Όσο για τον Μισέλ Πλατινί, η αντίδρασή του συνοψίστηκε σε μία λέξη: «Ντροπή», δήλωσε στο AFP ο πρώην Πρόεδρος της UEFA, ο οποίος ήδη από τον Ιανουάριο κατηγορούσε τον Τζιάνι Ινφαντίνο ότι «έχει μετατραπεί σε αυταρχικό ηγέτη μετά την πανδημία» της Covid-19.
Για τους παρατηρητές, η FIFA πράγματι περνά σε ένα νέο επίπεδο, παρεμβαίνοντας άμεσα στην αθλητική ισορροπία δυνάμεων και απειλώντας την ίδια την ακεραιότητα του τουρνουά. Ωστόσο, η διακριτική της διαχείριση υπό πολιτική επιρροή κάθε άλλο παρά καινούργιο φαινόμενο αποτελεί.
«Η συνέπεια της FIFA είναι ότι λειτουργεί με βάση τη βούληση του ισχυρού. Αυτή είναι η έκφραση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί. Σοκαριζόμαστε, αλλά πλέον δεν μπορούμε να εκπλησσόμαστε», σχολίασε στο AFP άνθρωπος που γνωρίζει καλά τους διεθνείς ποδοσφαιρικούς θεσμούς.
Κατά την κλήρωση του Μουντιάλ, τον περασμένο Δεκέμβριο, η απονομή στον Ντόναλντ Τραμπ ενός «Βραβείου Ειρήνης της FIFA», που επινοήθηκε ειδικά για την περίσταση, είχε προκαλέσει δυσπιστία και ειρωνικά σχόλια στους διαδρόμους της διοργάνωσης. Ωστόσο, ανάμεσα στις 211 ομοσπονδίες-μέλη της FIFA, μόνο η νορβηγική Ομοσπονδία ζήτησε εξηγήσεις.
«Όλοι συμβιβάζονται, υπολογίζοντας για τον εαυτό τους τη σχέση οφέλους και κινδύνου από το ενδεχόμενο να συγκρουστούν με τη FIFA», συνεχίζει η ίδια πηγή. Και καθώς τα ποσά που διανέμονται στις ομοσπονδίες αυξάνονται διαρκώς, ο υπολογισμός γίνεται εύκολα.
Μόνο που η προσέγγιση με τον Ντόναλντ Τραμπ ξεπερνά τις συνηθισμένες κινήσεις κολακείας προς τη διοργανώτρια χώρα, όπως είχε ήδη φανεί το 2017, όταν ο Τζιάνι Ινφαντίνο επιχείρησε να διατηρήσει τον Ρώσο αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης Βιτάλι Μούτκο στο Συμβούλιο της FIFA, παρά την αντίθεση της ίδιας της Επιτροπής Δεοντολογίας.
Η υπόθεση Μπάλογκαν, εκτιμά ο ειδικός στη γεωπολιτική του αθλητισμού Σάιμον Τσάντγουικ, είναι «απόλυτα συνεπής με την τραμπική αντίληψη», η οποία αντικαθιστά τους κανόνες με «συμφωνίες» βασισμένες στον συσχετισμό ισχύος.
Το να θεωρήσει κανείς το Μουντιάλ του 2026 «μια προσωρινή παρέκκλιση», ανάμεσα στις διακοπές για δροσιά και στη διαιτησία δύο μέτρων και δύο σταθμών, «θα ήταν αφελές», καταλήγει ο ίδιος: «Αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί σημείο καμπής».