Η ανακοίνωση της Χαμάς ότι διαλύει την «κυβερνητική» της Επιτροπή, με την οποία κυβερνούσε τη Γάζα, μπορεί, με μια πρώτη ματιά, να εμφανιστεί ως σημαντική μετατόπιση.

Και, ασφαλώς, μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες στυγνού ελέγχου της Λωρίδας, δεν είναι ασήμαντο όταν η ίδια η τρομοκρατική οργάνωση δηλώνει ότι αποσύρεται από τη διοίκηση και ανοίγει τον δρόμο για μια παλαιστινιακή τεχνοκρατική επιτροπή, όπως άλλωστε συμφώνησε να κάνει πριν από μήνες.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι τι ανακοίνωσε. Είναι τι είναι ακριβώς αυτό που παραδίδει.

Διότι άλλο είναι να διαλύεις μια επιτροπή και άλλο να εγκαταλείπεις την εξουσία. Η εξουσία στη Γάζα δεν βρισκόταν ποτέ στα γραφεία, στις σφραγίδες, στους υπουργικούς τίτλους ή στις ανακοινώσεις του «κυβερνητικού γραφείου». Βρισκόταν —και βρίσκεται— στους μηχανισμούς ασφαλείας, στα όπλα, στις σήραγγες, στους τοπικούς διοικητές, στα δίκτυα ελέγχου, στα σημεία διανομής, στη φορολόγηση, στην αστυνομική παρουσία, στον φόβο.

Αν αυτά δεν μεταβιβαστούν, τότε δεν μεταβιβάζεται η εξουσία. Μεταβιβάζεται μόνο η βιτρίνα της.

Αυτό είναι το σημείο που χρειάζεται προσοχή. Η Χαμάς δεν ανακοίνωσε αφοπλισμό. Δεν ανακοίνωσε διάλυση των ενόπλων της δομών. Δεν ανακοίνωσε ότι παραδίδει τον έλεγχο της εσωτερικής ασφάλειας σε μια ανεξάρτητη αρχή. Δεν ανακοίνωσε ότι οι μηχανισμοί της αποσύρονται. Ανακοίνωσε, ουσιαστικά, ότι αποσύρει ένα πολιτικό σχήμα το οποίο, έτσι κι αλλιώς, είχε γίνει βαρίδι.

Και αυτό μπορεί να είναι το πραγματικό νόημα της κίνησης. Η Χαμάς επιχειρεί να μετακινηθεί από την πρώτη γραμμή της ευθύνης χωρίς να εγκαταλείψει απαραίτητα τον σκληρό πυρήνα της ισχύος της.

Να πάψει να εμφανίζεται ως διοίκηση που ευθύνεται για την καταστροφή, την πείνα, την κατάρρευση των υπηρεσιών και το αδιέξοδο, αλλά να παραμείνει παράγοντας που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Τυπικά να μην κυβερνά, αλλά ουσιαστικά εκείνη να κυβερνά.

Θα ήταν μια ιδανική συνθήκη. Να μην υπογράφει επίσημα, αλλά να μπορεί να μπλοκάρει ό,τι θέλει. Να μη φαίνεται στο κάδρο, άρα να μη συμφωνεί ούτε να εφαρμόζει όσα μπορεί να αναγκαστεί να συμφωνήσει η νέα κατάσταση.

Παράλληλα, η Χαμάς στέλνει μήνυμα προς τους μεσολαβητές, την Ουάσιγκτον, το Κάιρο και τις αραβικές πρωτεύουσες ότι «έκανε το βήμα». Από εδώ και πέρα, μπορεί να επιχειρήσει να μεταφέρει την πίεση στο Ισραήλ: για αποχώρηση, για άνοιγμα της βοήθειας, για ανασυγκρότηση, για χρηματοδότηση, για διεθνή νομιμοποίηση της νέας διοίκησης. Δηλαδή, να δώσει το ελάχιστο πολιτικά απαραίτητο και να ζητήσει το μέγιστο διπλωματικά δυνατό.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν μια τεχνοκρατική επιτροπή θα «αναλάβει» τα οφίκια. Είναι αν θα αποκτήσει πραγματική εξουσία. Θα μπορεί να διορίζει; Θα μπορεί να απολύει; Θα ελέγχει τα ταμεία; Κυρίως δε, θα έχει δική της αστυνομία και δυνάμεις ασφαλείας; Θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς έγκριση της Χαμάς; Θα μπορεί να συγκρουστεί με τη Χαμάς;

Και, κυρίως, ποιος θα κρατά τα όπλα την επόμενη μέρα;

Σε αυτό το τελευταίο συμπυκνώνεται όλη η ουσία. Διότι, στη Μέση Ανατολή, και ειδικά στη Γάζα, όποιος κρατά τα όπλα κρατά και τη Λωρίδα.

Γι’ αυτό η σημερινή ανακοίνωση πρέπει να αντιμετωπιστεί ούτε με ενθουσιασμό ούτε με απόρριψη εκ προοιμίου. Είναι μια κίνηση που μπορεί να ανοίξει δρόμο, αλλά μπορεί επίσης να είναι ένας τρόπος να κλείσει κάθε πραγματική συζήτηση για τον πυρήνα του προβλήματος.

Αν η Χαμάς εγκαταλείπει τη διοίκηση για να φύγει από την εξουσία, τότε πρόκειται για σοβαρή εξέλιξη. Αν εγκαταλείπει τη διοίκηση για να κρατήσει την εξουσία χωρίς την ευθύνη της, τότε απλώς αλλάζει μορφή το ίδιο πρόβλημα.

Και αυτό, στη Γάζα, το έχουμε ξαναδεί. Οι τίτλοι αλλάζουν πιο εύκολα από τους μηχανισμούς. Οι επιτροπές διαλύονται πιο εύκολα από τα όπλα. Και οι ανακοινώσεις, όσο εντυπωσιακές κι αν ακούγονται, κρίνονται πάντοτε από ένα πολύ απλό πράγμα: ποιος καθορίζει την επόμενη μέρα.

Αν όντως, όπως λέχθηκε, επιδιώκει να φτιάξει ένα μοντέλο Χεζμπολάχ στη Γάζα, ένα πολιτικό της ανδρείκελο, για να συνεχίσει να ελέγχει, τότε τα πράγματα ίσως γίνουν πολύ χειρότερα από ότι είναι σήμερα.