Μια μεγάλη συζήτηση γύρω από το ζήτημα της ενεργειακής επάρκειας έχει ξεκινήσει. Θα μας φτάσει το ρεύμα αυτό το καλοκαίρι; Τι θα γίνει μετά το 2029, με την απόσυρση των εννέα ατμοηλεκτρικών μονάδων;

Στο πιο πάνω γράφημα, που προέρχεται από την ιστοσελίδα του Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς, βλέπουμε τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στις 3 Ιουλίου και τον τρόπο με τον οποίο αυτή καλύφθηκε από τις διάφορες πηγές παραγωγής κατα την διάρκεια της ημέρας.

Παρότι ο Διαχειριστής θεωρεί ως ώρες αιχμής και δύσκολες για την κάλυψη της ζήτησης τις βραδινές ώρες, κυρίως μεταξύ 18:00 και 22:00, η πραγματική κορύφωση της ζήτησης καταγράφεται γύρω στο μεσημέρι.

Κι όμως, σήμερα κανείς δεν ανησυχεί για την επάρκεια του συστήματος τις μεσημβρινές ώρες. Ο λόγος είναι ένας: τα φωτοβολταϊκά. Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα μετά το 2020, όταν η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων επιταχύνθηκε, καταφέραμε μέσα σε μόλις μία πενταετία να καλύψουμε σχεδόν το σύνολο της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Η συμβατική παραγωγή περιορίστηκε στο ελάχιστο τεχνικά αναγκαίο επίπεδο, μόνο και μόνο για να διασφαλίζει την ασφάλεια και τη σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος. Ας αναρωτηθούμε όμως: τι θα είχε συμβεί αν δεν είχαμε προχωρήσει στην εγκατάσταση όλων αυτών των φωτοβολταϊκών; Όταν σήμερα, σε περιόδους παρατεταμένου καύσωνα, ο Διαχειριστής δυσκολεύεται να καλύψει τη ζήτηση τις βραδινές ώρες, πώς θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις πραγματικές ώρες αιχμής, που είναι το μεσημέρι; Η απάντηση είναι απλή: δεν θα μπορούσε. Θα ζούσαμε καταστάσεις που θα θύμιζαν το Μαρί. Τα φωτοβολταϊκά μάς έσωσαν.

Η επανάσταση στα φωτοβολταϊκά δεν οφείλεται μόνο στη ραγδαία αύξηση της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας μετά τον Ρωσοουκρανικό πόλεμο. Οφείλεται εξίσου στη θεαματική μείωση του κόστους των ίδιων των φωτοβολταϊκών συστημάτων. Για να επαναλάβουμε όμως την επιτυχία που πετύχαμε κατά τη διάρκεια της ημέρας, αυτή τη φορά με στόχο να καλύψουμε τις βραδινές ώρες, χρειάζεται να προστεθεί ακόμη ένα βασικό συστατικό: η αποθήκευση ενέργειας.

Τα τελευταία δύο χρόνια, η εξέλιξη της τεχνολογίας αποθήκευσης, σε συνδυασμό με τη σημαντική μείωση του κόστους της, έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα για τα ηλεκτρικά δίκτυα. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν πλέον να διεισδύσουν στο σύστημα καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου.

Τα φωτοβολταϊκά, σε συνδυασμό με συστήματα αποθήκευσης, ανεξαρτήτως μεγέθους, μπορούν ήδη να παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια φθηνότερα ακόμη και από το φυσικό αέριο. Τα τελευταία χρόνια, χιλιάδες άνθρωποι – από τεχνίτες και εγκαταστάτες μέχρι πτυχιούχους ηλεκτρολόγους μηχανικούς – έχουν εκπαιδευτεί στα φωτοβολταϊκά συστήματα. Αυτό σημαίνει ότι η ενεργειακή μετάβαση μπορεί πλέον να προχωρήσει με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι την προηγούμενη πενταετία.

Τι μας λείπει σήμερα; Μας λείπει το σχέδιο. Μας λείπει ο εθνικός σχεδιασμός. Μετά τη λήξη των σχεδίων αυτοκατανάλωσης στις 31 Δεκεμβρίου 2025, χρειάστηκαν σχεδόν έξι μήνες για να παρουσιαστούν τα νέα σχέδια. Και όταν τελικά παρουσιάστηκαν, ήταν γεμάτα στρεβλώσεις, ασάφειες και περιορισμούς. Σχέδια που δεν ανταποκρίνονται στα νέα τεχνολογικά δεδομένα. Δεν μπορεί η ανάπτυξη των οικιακών φωτοβολταϊκών – που αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ανάπτυξης των ΑΠΕ στην Κύπρο – να αφήνεται έρμαιο μιας αγοράς ηλεκτρισμού, με την ελπίδα ότι κάποτε θα λειτουργήσει σωστά. Πώς μπορούμε να πείσουμε την κοινωνία να συνεχίσει να επενδύει στην πράσινη ενέργεια, όταν δεν υπάρχει ένα σταθερό και αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής;

Η προώθηση της ενεργειακής μετάβασης δεν πρέπει να γίνεται μόνο επειδή αποτελεί ευρωπαϊκή υποχρέωση. Πρέπει να γίνεται γιατί ενισχύει την ασφάλεια παραγωγής, την ασφάλεια εφοδιασμού και, πάνω απ’ όλα, γιατί συμφέρει την ίδια την κοινωνία και την οικονομία. Αν τα φωτοβολταϊκά έσωσαν την επάρκεια του συστήματος την ημέρα, η αποθήκευση μπορεί να κάνει το ίδιο και τη νύχτα. Αυτό που χρειάζεται πλέον δεν είναι άλλη αναμονή. Είναι ένα ξεκάθαρο σχέδιο και η πολιτική βούληση να εφαρμοστεί.