Η κατευναστική στάση διαδοχικών Ελληνικών Κυβερνήσεων απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό είναι γνωστή. Εκείνο που καθιστά την στάση της Αθήνας τα τελευταίων χρόνια «ασυγχώρητη», είναι ότι η κατευναστική της στάση γίνεται εν μέσω πρωτόγνωρα ευνοϊκών συνθηκών για τα εθνικά δίκαια. Θα περιοριστούμε σε μερικά μόνο παραδείγματα.

Για πρώτη φορά έχουμε Ευρωπαϊκό Έργο για την ενεργειακή σύνδεση Κύπρου-Ελλάδας με πόντιση καλωδίου, που τυγχάνει της έγκρισης, χρηματοδότησης και πολιτικής στήριξης της ΕΕ. Η πόντιση του καλωδίου αφορά διεθνή ύδατα αλλά η Τουρκία το παρεμποδίζει κι η αντίδραση της Αθήνας είναι ως να … αφορά άλλη χώρα. Για τα περί ιδιωτικών συμφερόντων στην Κύπρο που παρενέβησαν για να ματαιώσουν το καλώδιο, το θέτουμε ευθέως. Το Έργο κρίθηκε βιώσιμο από την ΕΕ, πράγμα που ισχύει ως σήμερα και αποτελεί υποχρέωση της Κύπρου να συνδεθεί με ευρωπαϊκό δίκτυο ενέργειας αφού παραμένει το μοναδικό κράτος-μέλος της ΕΕ χωρίς τέτοια διασύνδεση. Επιπρόσθετα, η αξία του Έργου είναι στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου και τεράστιας πανεθνικής αξίας από γεωπολιτική άποψη. Συνεπώς, όσοι «προσαρμόζονται» ενώπιον του τουρκικού επεκτατισμού, ας το προασπιστούν με ειλικρίνεια αντί να εφευρίσκουν τρόπους μετάθεσης ευθυνών.

Στην περίπτωση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία (2021), Ελλάδα και Κύπρος συντάχθηκαν με το διεθνές δίκαιο και με το θύμα ενάντια στον παραβάτη. Μάλιστα, ο Έλληνας πρωθυπουργός πρωτοστάτησε στην επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία και αναμέναμε ορθολογικά ότι η στάση του θα είχε συνέπεια, διασυνδέοντας την με την τουρκική παραβατικότητα. Προσωπικά, έγινα μάρτυρας της ανησυχίας του «τουρκικού λόμπι» στην ΕΕ, ότι η διασύνδεση αυτή θα αποκτούσε δυναμική και σοβαρά ερείσματα για επιβολή κυρώσεων στο καθεστώς Ερντογάν. Ωστόσο, για την Τουρκία ο πρωθυπουργός ακολούθησε διαφορετική προσέγγιση, με «Διακήρυξη Φιλίας», θετική ατζέντα και «δώρα» εντός ΕΕ, με μετάθεση των τουρκικών παρανομιών από το πλαίσιο ΕΕ-Τουρκία στο πλαίσιο Ελλάδας-Τουρκίας, με στήριξη της Τουρκίας στον ΟΗΕ κ.ά.

Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια εκτυλίσσεται στις ΗΠΑ μια βαθιά πολιτική «σύγκρουση» για την κατεύθυνση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή. Από την μια, υπάρχει η αξιολόγηση ότι στην Μέση Ανατολή ξεκίνησε η αναμέτρηση ανάμεσα στον δυτικό πολιτισμό και τον ισλαμιστικό φανταμενταλισμό (Ιράν, Κατάρ, τζιχαντισμός, Χεζμπολάχ, Χαμάς κ.ά.) όπου κατατάσσεται και η Τουρκία ως κύριος συνεργός της «διαβολικής συμμαχίας» στην λάθος πλευρά της αναμέτρησης.

Από την άλλη, υπάρχει η προσέγγιση που παρακάμπτει πολιτισμικές αξίες και ηθικούς φραγμούς, θέτοντας υπεράνω την διαχείριση κερδών μέσω συνεργασιών με οποιονδήποτε. Η Τουρκία είναι στο επίκεντρο της «σύγκρουσης» στις ΗΠΑ, με εκείνους που την θεωρούν εχθρικό καθεστώς με ισλαμιστική ατζέντα και εκείνους που την θεωρούν απαραίτητη για στυγνούς οικονομικούς και πολιτικούς λόγους. Καθώς αυτή η σύγκρουση στις ΗΠΑ βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια, η Αθήνα πρωτοστατούσε για να «συγκρατηθεί» η Τουρκία στο δυτικό στρατόπεδο και να εμφανίζεται ως δήθεν σύμμαχος της δύσης στην σωστή πλευρά!

Συμπερασματικά, ο πρώτος ηττημένος από την στάση κατευνασμού είναι ο ορθολογισμός κι ακολουθεί η συρρίκνωση στο πεδίο, που στην περίπτωση του Ελληνισμού συμβαίνουν εν μέσω πρωτόγνωρα ευνοϊκών συνθηκών για τα εθνικά δίκαια. 

*Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ-S&D