Κάθε φορά που επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση το λεγόμενο cordon sanitaire, ακούγεται σχεδόν πάντα η ίδια ερώτηση:
«Αφού αυτά τα κόμματα ψηφίστηκαν από τον λαό, πώς είναι δημοκρατικό να αποκλείονται από την εξουσία;».
Και η αλήθεια είναι ότι αυτό είναι ένα εύλογο ερώτημα. Η απάντηση, όμως, προϋποθέτει να κατανοήσουμε πρώτα τι είναι ακριβώς το cordon sanitaire και γιατί εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή πολιτική ζωή.
Ο όρος προέρχεται από την ιατρική και περιγράφει μια ζώνη προστασίας που αποτρέπει την εξάπλωση μιας επικίνδυνης μόλυνσης. Στην πολιτική χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη συνειδητή απόφαση των δημοκρατικών κομμάτων να μην συνεργάζονται κυβερνητικά ή θεσμικά με πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούν βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως το κράτος δικαίου, τα ατομικά δικαιώματα, την ισότητα των πολιτών ή την ανεξαρτησία των θεσμών.
Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε όμως είναι ότι το cordon sanitaire δεν αποκλείει κανένα κόμμα από τη δημοκρατική διαδικασία. Τα κόμματα αυτά συμμετέχουν κανονικά στις εκλογές, εκλέγουν βουλευτές, έχουν παρουσία στα κοινοβούλια, καταθέτουν προτάσεις νόμου και εκφράζουν τις απόψεις τους στον δημόσιο διάλογο. Αυτό που αρνούνται τα υπόλοιπα κόμματα να κάνουν όμως είναι να τους παραχωρήσουν πρόσβαση στην άσκηση εξουσίας μέσω πολιτικών συνεργασιών.
Άλλωστε, η δημοκρατία, δεν είναι μόνο η αρχή της πλειοψηφίας αλλά και η προστασία των κανόνων που επιτρέπουν στην πλειοψηφία και τη μειοψηφία να συνυπάρχουν. Την ίδια στιγμή τονίζουμε ότι οι εκλογές δίνουν εκπροσώπηση και όχι υποχρέωση των υπόλοιπων κομμάτων να τους παραχωρήσουν θεσμική ή κυβερνητική νομιμοποίηση μέσω συνεργασιών.
Και αυτή η λογική δεν προέκυψε τυχαία αλλά μέσα από την ίδια την ευρωπαϊκή ιστορία. Η Ευρώπη έμαθε με οδυνηρό τρόπο ότι ορισμένες πολιτικές δυνάμεις μπορούν να αξιοποιήσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς για να αποκτήσουν εξουσία και στη συνέχεια να αποδυναμώσουν τους ίδιους τους θεσμούς που τις ανέδειξαν. Η εμπειρία του μεσοπολέμου εξακολουθεί να αποτελεί πολιτική μνήμη για τις περισσότερες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, και αυτός είναι ο βασικός λόγος που το cordon sanitaire εφαρμόστηκε σε πολλές χώρες.
Στο Βέλγιο, εδώ και δεκαετίες, τα δημοκρατικά κόμματα συμφώνησαν να αποκλείσουν την ακροδεξιά από κάθε κυβερνητική συνεργασία και παρά τη σημαντική εκλογική της επιρροή, τα κόμματα αυτά δεν κατόρθωσαν ποτέ να μετατρέψουν την εκλογική τους δύναμη σε κυβερνητική εξουσία.
Στη Γερμανία, μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, αναπτύχθηκε μια ισχυρή πολιτική κουλτούρα απομόνωσης των αντιδημοκρατικών δυνάμεων. Μέχρι σήμερα, τα μεγάλα δημοκρατικά κόμματα προσπαθούν να αποφεύγουν τη συνεργασία με το AfD, ακόμη και σε περιφερειακό επίπεδο.
Στη Γαλλία, για δεκαετίες λειτούργησε μια άτυπη μορφή cordon sanitaire απέναντι στο National Rally της Μαρίν Λεπέν.
Το καθοριστικό όπως ερώτημα είναι, πέτυχε αυτή η στρατηγική και αν ναι τι;
Η απάντηση όμως είναι πιο σύνθετη.
Αφενός, πέτυχε τον βασικό του στόχο που ήταν να περιορίσει ή να καθυστερήσει την πρόσβαση ακραίων πολιτικών δυνάμεων στην εκτελεστική εξουσία. Διατήρησε σαφή πολιτικά όρια γύρω από τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας και έστειλε το μήνυμα ότι η δημοκρατία έχει το δικαίωμα να υπερασπίζεται τον εαυτό της.
Αφετέρου, δεν κατάφερε πάντοτε να μειώσει την εκλογική απήχηση αυτών των κομμάτων. Για παράδειγμα στη Γερμανία η άνοδος του AfD αποδεικνύει ότι ο πολιτικός αποκλεισμός από μόνος του δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει τα κοινωνικά και οικονομικά αίτια που τροφοδοτούν τον εξτρεμισμό.
Και ακριβώς σε αυτό το σημείο βρίσκεται η μεγαλύτερη παρεξήγηση. Το cordon sanitaire δεν σχεδιάστηκε για να εξαφανίσει αυτά τα κόμματα αλλά για να προστατεύσει τους θεσμούς όσο οι δημοκρατικές δυνάμεις προσπαθούν να πείσουν ξανά τους πολίτες.
Με απλά λόγια το cordon sanitaire δεν είναι εργαλείο νίκης αλλά εργαλείο άμυνας.
Και σε μια εποχή όπου η Ευρώπη αντιμετωπίζει αυξανόμενη πόλωση, αμφισβήτηση των θεσμών και άνοδο πολιτικών ρευμάτων με ακραίες θέσεις η συζήτηση δεν αφορά τελικά το αν κάποιοι έχουν δικαίωμα να εκλέγονται. Αυτό το δικαίωμα είναι αδιαπραγμάτευτο. Η πραγματική συζήτηση αφορά το κατά πόσο οι δημοκρατίες έχουν το δικαίωμα να προστατεύουν τις θεμελιώδεις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν.