Στο δημόσιο διάλογο για το Κυπριακό, παρατηρώ μια ανησυχητική τάση. Όταν κάποιος μιλά για απελευθέρωση ή για ένα κανονικό δημοκρατικό κράτος, με μία ψήφο για κάθε πολίτη και ίσα δικαιώματα, η απάντηση που ακούει συχνά είναι: «Μα πώς θα το πετύχουμε αυτό απέναντι σε μια τόσο ισχυρή Τουρκία, που θεωρείται σημαντικός σύμμαχος από πολλές χώρες;» Η «θέλετε πόλεμο;» Όμως, από πότε η δύναμη ενός άλλου κράτους ορίζει τι είναι δίκαιο και τι όχι;

Η δημοκρατία δεν μπορεί να θεωρείται ουτοπία. Επίσης, τελευταία χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα ο όρος «επανένωση». Για πολλούς όμως, το ζητούμενο είναι η απελευθέρωση όλων των νομίμων κατοίκων αυτού του τόπου, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, από τις συνέπειες της κατοχής και κάθε εξάρτησης από ξένες στρατιωτικές δυνάμεις. Ζητούμενο είναι να εφαρμόζονται στην Κύπρο οι ίδιες δημοκρατικές αρχές και τα ίδια ανθρώπινα δικαιώματα που ισχύουν σε κάθε σύγχρονο δημοκρατικό κράτος: ελευθερία εγκατάστασης, πλήρης προστασία της περιουσίας, ισότητα απέναντι στον νόμο και, πάνω απ’ όλα, η θεμελιώδης αρχή «ένας άνθρωπος, μία ψήφος». Είτε ένα κράτος είναι προεδρικό, κοινοβουλευτικό ή ομοσπονδιακό, ο πολίτης πρέπει να έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα εκείνον που θεωρεί καταλληλότερο, χωρίς περιορισμούς που βασίζονται στην κοινότητα ή την καταγωγή.

Μια άλλη ακατανόητη αντίδραση που ακούγεται συχνά είναι: «Δηλαδή, θέλετε να επιστρέψουμε στις συμφωνίες του 1960;» η « θέλετε δηλαδή Ενιαίο κράτος;» Από αυτό όμως προκύπτει ένα άλλο ερώτημα. Αν αύριο υπήρχε μια ρεαλιστική δυνατότητα για ένα ενιαίο, δημοκρατικό και ανεξάρτητο κράτος με πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα έπρεπε να απορριφθεί εκ των προτέρων; Μόνο και μόνο επειδή δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας;

Ένα ακόμη φαινόμενο που παρατηρείται είναι η προσπάθεια εξίσωσης διαφορετικών κατηγοριών εγκλημάτων. Κάθε έγκλημα είναι καταδικαστέο και τα θύματα αξίζουν δικαιοσύνη. Όμως, η ιστορική αλήθεια απαιτεί και τις αναγκαίες διακρίσεις. Δεν είναι το ίδιο οι εγκληματικές πράξεις μεμονωμένων ατόμων με εγκλήματα που αποδίδονται σε οργανωμένη στρατιωτική δράση ή σε κρατική πολιτική. Η εξίσωση αυτών των διαφορετικών περιπτώσεων δεν υπηρετεί την αλήθεια. Αν υπήρχαν γνωστές περιπτώσεις εγκλημάτων από Ελληνοκυπρίους, το σωστό θα ήταν, όπου υπήρχε επαρκές αποδεικτικό υλικό, να οδηγηθούν οι υπεύθυνοι στη δικαιοσύνη. Αυτό θα αποτελούσε την πιο καθαρή απόδειξη ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ανέχεται εγκλήματα από κανέναν.

Αλήθεια τι κερδίζουμε σαν Κύπρος να καταγγέλλουμε εγκλήματα μια δράκας ανόητων ΕΚ σε διεθνή βήματα, εξισώνοντας με τα εγκλήματα της Τουρκίας;

Ένα ακόμη επιχείρημα που ακούγεται είναι ότι «κάναμε πραξικόπημα, χάσαμε τον πόλεμο και τώρα πρέπει να αποδεχθούμε ό,τι επιβάλλει ο «νικητής». Όμως, αυτή η διατύπωση μεταφέρει συλλογικά την ευθύνη για γεγονότα που είχαν συγκεκριμένους πρωταγωνιστές. Το

πραξικόπημα του 1974 είχε συγκεκριμένους υπεύθυνους. Η ευθύνη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε συλλογική ενοχή ούτε να μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Εκείνο που με προβληματίζει είναι ότι αυτού του είδους η επιχειρηματολογία οδηγεί συχνά στη συλλογική ενοχοποίηση των Ελληνοκυπρίων, σαν ένας ολόκληρος λαός να οφείλει να αποδεχθεί μια συγκεκριμένη λύση. Η ιστορία πρέπει να διδάσκει, όχι να στερεί από έναν λαό το δικαίωμα να διατυπώνει ελεύθερα την άποψή του για το μέλλον του. Η διαφωνία για το πλαίσιο λύσης είναι θεμητή. Εκείνο όμως που δεν είναι θεμητό είναι να χαρακτηρίζεται ακραία ή ανεδαφική κάθε θέση που στηρίζεται στις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη άποψη, ότι το ΝΑΤΟ ή ευρύτεροι διεθνείς παράγοντες διαδραμάτισαν εγκληματικό ρόλο στα γεγονότα που οδήγησαν στην κυπριακή τραγωδία του 1974. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε βιβλία, μαρτυρίες και πολιτικές αναλύσεις. Ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κανείς αυτές τις αναλύσεις, εκείνο που με ενδιαφέρει να επισημάνω είναι η ανάγκη για συνέπεια. Αν θεωρούμε ότι ορισμένες διεθνείς δυνάμεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστους εγγυητές για την Κύπρο, είναι δικαίωμά μας να το λέμε ανοιχτά και να το συζητούμε με επιχειρήματα.

Βρίσκω οξύμωρο να θεωρούν αδιαπραγμάτευτο να είναι το ΝΑΤΟ εγγυητής σε μια λύση του Κυπριακού και την ίδια στιγμή να αποδέχονται συμβιβασμό τέτοιο που διχοτομούν το νησί.

Δεν γίνεται να υπερασπιζόμαστε με πάθος την ελευθερία, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα όταν αφορούν άλλους λαούς, αλλά όταν πρόκειται για την Κύπρο να θεωρούμε ότι αυτά είναι ανέφικτα ή υπερβολικά αιτήματα. Οι αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή ισχύουν για όλους ή χάνουν το νόημά τους. Ας μην φοβόμαστε τις ιδέες. Ας τις αντιμετωπίζουμε με επιχειρήματα, με σεβασμό και με αλήθεια.

Mikegeo.com