Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΈχουμε συνηθίσει τόσο πολύ να καταγράφουμε κάθε στιγμή της ζωής μας με το κινητό μας τηλέφωνο που πλέον μάς φαίνεται «λογικό» να την «παρακολουθούμε» μέσα από μια οθόνη. Όπως συνέβη στη διάρκεια της κηδείας του Γιώργου Μαζωνάκη.
Οι εικόνες από την κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη το μεσημέρι της προηγούμενης Δευτέρας στη Νίκαια, ανέδειξαν, για άλλη μια φορά, το μπέρδεμα της ανάγκης μας «να κρατήσουμε μια ανάμνηση» με εκείνην του «να έχουμε αποθηκευμένο υλικό» (για όλα πια!), αφού στις φωτογραφίες που αναρτήθηκαν σε sites από την εξόδιο ακολουθία, παρουσία χιλιάδων fans-πιστών «ακολούθων», το φέρετρο σχεδόν εξαφανίζεται πίσω από δεκάδες υψωμένα κινητά τηλέφωνα· δεκάδες χέρια τεντωμένα, δεκάδες φωτισμένες οθόνες, δεκάδες μικρές αναπαραγωγές της ίδιας εικόνας.
Ένας άνθρωπος -δεν έχει πια σημασία αν είναι διάσημος ή όχι- περνά για τελευταία φορά ανάμεσα στο πλήθος και πολλοί από εκείνους που έχουν έρθει να τον αποχαιρετήσουν (ταπεινά και με πόνο;) επιλέγουν να παρακολουθήσουν την αναχώρησή του από τα επίγεια μέσα από έναν φακό – δεν αποχαιρετούν μόνο· καταγράφουν τον αποχαιρετισμό τους. Κάνοντας share.
Το πένθος ως «περιεχόμενο»
Θα ήταν εύκολο να μιλήσουμε για «έλλειψη σεβασμού». Θα ήταν και πολύ βολικό. Επειδή θα μεταφέραμε το πρόβλημα σε κάποιους άλλους -στους αδιάκριτους, στους επιδειξιομανείς, στους «εθισμένους των social media», στους συνήθεις «υπόπτους» influencers-, και θα διασώζαμε (ίσως) τη βεβαιότητα της δικής μας ευαισθησίας.
Εκείνα τα υψωμένα κινητά, όμως, δεν αποτελούν, τελικά, μια παραφωνία που αφορά μόνο όσους βρίσκονταν στην κηδεία, γιατί είναι ο καθρέφτης μιας ολόκληρης συνθήκης μέσα στην οποία ζούμε, λίγο ή πολύ, όλοι.
Η κηδεία του «Μαζώ» δεν δημιούργησε αυτή τη συμπεριφορά – δεν την έχουμε αντικρύσει, άλλωστε, για πρώτη φορά, γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει. Απλώς την αποκάλυψε στην πιο ακραία -και ίσως στην πιο ανατριχιαστική- εκδοχή της: Δεν κρατάμε πια απλώς το κινητό στο χέρι· μας κρατάει εκείνο, ακόμη και μπροστά από ένα φέρετρο.
Δεν είναι μόνο ο (πολύτιμος) χρόνος που παραχωρούμε στο κινητό μας τηλέφωνο. Είναι η εξουσία (αδιόρατη, αλλά απολύτως σαφής) που έχει αποκτήσει πλέον επάνω στα αντανακλαστικά μας:
Μπροστά σε κάτι όμορφο αναζητούμε την κάμερα, μπροστά σε κάτι αστείο σκεφτόμαστε ποιον θα κάνουμε tag, μπροστά σε μια τραγωδία μπορεί να θελήσουμε να καταγράψουμε προτού ακόμη σκεφτούμε να βοηθήσουμε – στα γενέθλια του παιδιού μας κοιτάμε το σβήσιμο της τούρτας μέσα από την κάμερά μας, στο γάμο της κολλητής μας τής ευχόμαστε πίσω από το iPhone, σε μια εκδρομή κοιτάμε τη θάλασσα πίσω από το Android και τραβάμε video για να το ανεβάσουμε στο Instagram.
Κι έτσι το κινητό δεν έρχεται πια μετά την εμπειρία, για να διασώσει κάτι από αυτήν· προηγείται και την οργανώνει, ενώ ταυτόχρονα μας υποδεικνύει πώς να κοιτάξουμε, τι να κρατήσουμε και με ποιον τρόπο να αποδείξουμε ότι «ναι, ήμασταν κι εμείς εκεί!».
Το βιώνουμε πολύ συχνά πια, το παρατηρούμε δίπλα μας: Ελέγχουμε το κάδρο, την εστίαση, τον ήχο, προσέχουμε μήπως το χέρι κάποιου άλλου χαλάσει τη λήψη. Κι έπειτα, κλικ. Πιστεύουμε ότι διασώζουμε έτσι το παρόν. Συχνά, ωστόσο, απλώς απουσιάζουμε από αυτό.
Η μνήμη γίνεται αποθηκευτικός χώρος στο κινητό
Ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγάλες ειρωνείες της εποχής μας: Διαθέτουμε περισσότερες εικόνες της ζωής μας από κάθε προηγούμενη γενιά και, την ίδια στιγμή, κινδυνεύουμε να έχουμε λιγότερες ολοκληρωμένες αναμνήσεις. Γιατί η μνήμη -πικρή η διαπίστωση, αλλά αληθής- δεν είναι, δεν ήταν ποτέ, αποθηκευτικός χώρος.
Δεν συγκροτείται μόνο από όσα είδαμε, αλλά από τον βαθμό στον οποίο επιτρέψαμε σε κάτι να μας συμβεί. Από την προσοχή, τη σιωπή, τη διαθεσιμότητά μας.
Από εκείνη την προσωρινή λήθη του εαυτού που συνοδεύει κάθε βαθιά εμπειρία. Το κινητό μπορεί να διατηρήσει την εικόνα μιας στιγμής· δεν μπορεί, όμως, να αναπληρώσει τη δική μας απουσία από αυτήν. Κι είμαστε πλέον οι περισσότεροι απόντες από τα περισσότερα γεγονότα της ζωής μας, αν και εν σώματι συμμετέχοντες.
Αναρτώ, άρα υπάρχω
Η φωτογραφία υπήρξε πάντοτε μια ανθρώπινη απόπειρα αντίστασης στη φθορά. Φωτογραφίζαμε επειδή γνωρίζαμε ότι ο χρόνος περνά, τα πρόσωπα αλλάζουν και οι άνθρωποι φεύγουν. Μια θολή εικόνα, μια ηχογραφημένη φωνή, μερικά δευτερόλεπτα ενός αγαπημένου ανθρώπου μπορούν να αποκτήσουν ανεκτίμητη αξία όταν εκείνος δεν θα υπάρχει πια· η ανάγκη να κρατήσουμε κάτι από όσα χάνονται είναι βαθιά ανθρώπινη.
Σήμερα, όμως, η μνήμη έχει συγχωνευθεί με τη μετάδοση, αφού δεν καταγράφουμε μόνο για να θυμόμαστε: Καταγράφουμε για να αναρτήσουμε, να κοινοποιήσουμε, να εισπράξουμε την αντίδραση των άλλων· θέλουμε να δείξουμε ότι ταξιδέψαμε, ότι διασκεδάσαμε, ότι αγαπήσαμε, ότι συγκινηθήκαμε, ότι πενθήσαμε. Κι έτσι στη ζωή μας έχει εγκατασταθεί ένας μόνιμος, αόρατος τρίτος: Το κοινό.
Συνέβη με φίλο μου μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου: πέθαινε η μάνα του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας κι εκείνος, αντί να την αγκαλιάσει -να της ψιθυρίσει κάτι, ως τελευταίο «χαίρε»-, σήκωσε το κινητό.
Όχι επειδή δεν την αγαπούσε, αλλά θέλοντας να κρατήσει στο iCloud του τη φωνή της, την τελευταία της λέξη, την τελευταία κίνηση του προσώπου της, έχασε για πάντα, στην απελπισμένη του προσπάθεια να διασώσει τη στιγμή, το μόνο που εκείνη χρειαζόταν από εκείνον: Να είναι εκεί. Χωρίς φακό. Χωρίς «μεσολάβηση».
Χωρίς αύριο. Και τότε το ερώτημα γίνεται σχεδόν αβάσταχτο: Τι επιλέγουμε, τελικά, να κρατήσουμε; Την εικόνα του τελευταίου αγγίγματος ή το ίδιο το άγγιγμα;
Η «καταγραφή» ως αμυντικός μηχανισμός
Ίσως η κάμερα να λειτουργεί και ως άμυνα. Μπροστά στον πόνο, μας δίνει κάτι να κάνουμε τη στιγμή που δεν μπορούμε να πράξουμε τίποτε άλλο, γιατί είμαστε αδύναμοι γι’ αυτό: εστιάζουμε, διορθώνουμε το κάδρο, πατάμε ένα κουμπί – αποκτούμε μια μικρή εξουσία πάνω στην εικόνα, επειδή δεν έχουμε καμία εξουσία πάνω στο γεγονός· ο φακός μάς επιτρέπει να πλησιάζουμε το αβάσταχτο, διατηρώντας κάποια απόσταση από τη σημασία του.
Στην περίπτωση ενός δημόσιου προσώπου, του Γιώργου Μαζωνάκη εν προκειμένω, προστίθεται και η ψευδαίσθηση της ιδιοκτησίας. Επειδή ένας καλλιτέχνης μάς συνόδευσε, πιστεύουμε ότι μας ανήκει κάτι από αυτόν: η φωνή, η ζωή, οι αδυναμίες και, τελικά, ο θάνατός του – μπορούμε να τον πλησιάσουμε με το ζουμ, άρα θεωρούμε ότι δικαιούμαστε να το κάνουμε.
Το ορατό, όμως, δεν είναι αυτομάτως διαθέσιμο. Και η δημόσια αγάπη δεν καταργεί το δικαίωμα ενός ανθρώπου -ούτε και των δικών του, προφανώς- στην αξιοπρέπεια της τελευταίας στιγμής.
Όμως, η λογική των κοινωνικών δικτύων δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τέτοια όρια. Γιατί όλα -όλα!- μπορούν να γίνουν «περιεχόμενο»: Ένα παιδί που γελά, ένας άνθρωπος που καταρρέει, ένας έρωτας, ένα ατύχημα… ένα φέρετρο. Η οθόνη καταργεί τη διαφορετική βαρύτητα των γεγονότων και τα εντάσσει στην ίδια αδιάκοπη ροή, με μία κίνηση του αντίχειρα.
Κι έτσι, ακόμη και ο θάνατος, μετατρέπεται σε κάτι που προσπερνάμε κάνοντας scroll, κάτι που, όχι, δεν μας αφαιρεί τις εμπειρίες – μας μαθαίνει, όμως, πια, να τις αναγνωρίζουμε μόνο όταν τις βλέπουμε στην οθόνη.
Μπροστά από το φέρετρο του Μαζωνάκη, το δύσκολο ήταν να κατεβάσουμε το κινητό. Να μείνουμε με άδεια χέρια απέναντι σε κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, να αποθηκεύσουμε ή να αναστρέψουμε· να κοιτάξουμε το «τέλος» χωρίς να το μετατρέψουμε σε εικόνα και να επιτρέψουμε στη σιωπή του νεκρού να φτάσει μέσα μας.
Να μην έχουμε τίποτε να κάνουμε με τον θάνατο του άλλου. Να του επιτρέψουμε, όμως, να φτάσει μέσα μας.
Ελεύθερα, 20.09.2026