Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από εκείνο το καλοκαίρι του 1974, όταν η Κύπρος βίωσε την τραγωδία της εισβολής. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, ανάβουμε κεριά, καταθέτουμε στεφάνια, εκφωνούμε λόγους.

Κι όμως, αν είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: μάθαμε πραγματικά κάτι από όσα ζήσαμε; Ή απλώς επαναλαμβάνουμε μια τελετουργία μνήμης χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική;

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό.

Όταν βάλουμε δίπλα δίπλα τα στοιχεία του τότε και τα στοιχεία του σήμερα, το συμπέρασμα είναι δυσάρεστο αλλά αναγκαίο, η διχόνοια που άνοιξε τον δρόμο στην καταστροφή του 1974 δεν εξαφανίστηκε ποτέ πραγματικά. Άλλαξε απλώς ενδυμασία.

Η διχόνοια ως εσωτερικός εχθρός: τα γεγονότα του 1974

Ας θυμηθούμε τα πράγματα με ακρίβεια, γιατί η ακρίβεια είναι η μόνη ασπίδα απέναντι στη διαστρέβλωση.

Στις 15 Ιουλίου 1974, η Εθνική Φρουρά της Κύπρου υπό τη διοίκηση Ελλαδιτών αξιωματικών που ελέγχονταν από τη χούντα των Αθηνών και στελέχη της ΕΟΚΑ Β΄ ανέτρεψαν με πραξικόπημα τον δημοκρατικά εκλεγμένο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄. Το πραξικόπημα διατάχθηκε από τη δικτατορία του Δημήτρη Ιωαννίδη, με πρόφαση την ένωση με την Ελλάδα. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 20 Ιουλίου 1974, η Τουρκία επικαλέστηκε αυτό ακριβώς το πραξικόπημα ως πρόσχημα και ξεκίνησε τη στρατιωτική εισβολή στο νησί.

Αυτό δεν ήταν ένα μεμονωμένο, αιφνίδιο γεγονός. Ήταν η κορύφωση μιας μακράς εσωτερικής σύγκρουσης.

Ο Μακάριος, έχοντας σταδιακά αποστασιοποιηθεί από την άμεση επιδίωξη της Ένωσης υπέρ της ανεξαρτησίας και της διεθνούς υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας, βρέθηκε σε ανοιχτή σύγκρουση με ακραίους ενωτικούς κύκλους. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, υπήρχε προφανής έλλειψη δημοκρατίας.

Η δε δημιουργία του εφεδρικού σώματος, ουσιαστικά, αντέγραψε τη δημιουργία της ΕΟΚΑ Β’ καθώς αντικατέστησε τη νόμιμη αστυνομία.

Ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας, επιστρέφοντας παράνομα στην Κύπρο το 1971, ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄, η οποία στράφηκε ενάντια στην ίδια την Κυπριακή κυβέρνηση με επιθέσεις, απαγωγές και πολιτικές δολοφονίες. Ακόμη και μετά τον θάνατο του Γρίβα, τον Ιανουάριο του 1974, η ένταση δεν υποχώρησε: ο Μακάριος κατήγγειλε δημόσια, με επιστολή του προς την Αθήνα στις 2 Ιουλίου 1974, την ανάμειξη της χούντας στα εσωτερικά της Κύπρου, μόλις δεκατρείς ημέρες πριν την ανατροπή του.

Το αποτέλεσμα αυτής της εσωτερικής σύγκρουσης το γνωρίζουμε όλοι. Το 37% της Κύπρου καταλήφθηκε από τους Τούρκους εισβολείς. Περίπου 200.000 άνθρωποι έγιναν πρόσφυγες μέσα σε λίγες μέρες. Ο αρχικός κατάλογος αγνοουμένων έφτασε τα 1.619 άτομα, ανάμεσά τους άμαχοι, ηλικιωμένοι, γυναίκες, ακόμη και παιδιά.

Πενήντα δύο χρόνια μετά, εκατοντάδες οικογένειες εξακολουθούν να μην γνωρίζουν την τύχη των δικών τους ανθρώπων.

Αυτή η διχόνοια δεν ήταν απλώς ένα πολιτικό επεισόδιο. Ήταν και παραμένει μια πληγή που άνοιξε τον δρόμο για τα μεγαλύτερα δεινά. Όταν ένας λαός είναι διχασμένος, γίνεται ευάλωτος. Όταν οι πολίτες βλέπουν ο ένας τον άλλον ως εχθρό αντί ως συμπολίτη, τότε ο πραγματικός εχθρός βρίσκει την ευκαιρία του.

Το σήμερα δεν είναι αθώο: τα στοιχεία του 2026

Θα ήταν εύκολο να πούμε ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Τα γεγονότα των τελευταίων μηνών αποδεικνύουν το αντίθετο.

Στις βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου 2026, το κυπριακό κομματικό σύστημα δεν κατέρρευσε, αλλά κατακερματίστηκε περαιτέρω, ενώ ενισχύθηκαν σχηματισμοί που στηρίζουν την εκστρατεία τους σε λαϊκισμό, προσωπικές αντιπαραθέσεις και πόλωση αντί σε ουσιαστικό λόγο για το εθνικό θέμα. Κόμμα με ακροδεξιό προσανατολισμό ανέβηκε στην τρίτη θέση με ποσοστό κοντά στο 11%, βασίζοντας την εκστρατεία του κυρίως στη μετανάστευση, στην Τουρκία και στους Τουρκοκύπριους. Ταυτόχρονα, νεοεμφανιζόμενοι σχηματισμοί με εκστρατείες-θέαμα κέρδισαν έδρες, δείγμα μιας πολιτικής σκηνής που έχει αποστασιοποιηθεί από τη σοβαρότητα των μεγάλων εθνικών ζητημάτων.

Αναλυτές που παρακολούθησαν την προεκλογική περίοδο περιέγραψαν μια εκστρατεία που κυριαρχήθηκε από τοξικότητα, προσωπικές επιθέσεις και δευτερεύουσες αντιπαραθέσεις, με τα μεγάλα προβλήματα του τόπου να θίγονται μόνο επιφανειακά. Είναι ενδεικτικό ότι, όπως επισήμαναν πολιτικοί σχολιαστές, το υπαρξιακό ζήτημα της τουρκικής κατοχής και της αναζητούμενης λύσης ουσιαστικά υποβαθμίστηκε στον προεκλογικό λόγο, καθώς τα περισσότερα κόμματα είτε τηρούν ασαφή στάση είτε αποφεύγουν να διατυπώσουν καθαρή θέση, στηριζόμενα αντ’ αυτού σε αυτό που περιγράφηκε ως «κομματικός πατριωτισμός» των ψηφοφόρων τους, δηλαδή σε παραδοσιακή κομματική πίστη και όχι σε ουσιαστική συζήτηση.

Η μόνη αναφορά που έγινε για το εθνικό μας πρόβλημα, που είναι το Κυπριακό, ήταν ποιος φταίει για το 1974.

Με προβληματίζει η ταύτιση νέων ανθρώπων με τον Μακάριο ή τον Γρίβα, αφού όσοι σήμερα είναι κάτω από 52 ετών δεν ήταν γεννημένοι κατά τον ουσιώδη χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα που περιγράφω πιο πάνω.

Η διχόνοια δεν περιορίζεται στις ελεύθερες περιοχές. Και στα κατεχόμενα, κόμματα όπως το φιλοενωτικό με την Τουρκία «Κόμμα Αναγέννησης», το κίνημα των εποίκων και το σοσιαλδημοκρατικό «Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας» βρέθηκαν πρόσφατα σε δημόσια αντιπαράθεση για το ίδιο το Κυπριακό, αποδεικνύοντας ότι ο διχασμός διατρέχει ολόκληρο το νησί, και στις δύο πλευρές της «πράσινης γραμμής».

Παράλληλα, στο επίπεδο της ίδιας της πολιτικής ηγεσίας, καταγράφονται δημόσιες διαφωνίες πάνω στη βασική στρατηγική επίλυσης του Κυπριακού, άλλοι επιμένουν στη διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία, άλλοι προτείνουν αποκεντρωμένες παραλλαγές της, ενώ ακούγονται ολοένα και πιο έντονα φωνές που αμφισβητούν συνολικά την επί δεκαετίες ακολουθούμενη πολιτική γραμμή, κατηγορώντας την ηγεσία ότι αρνείται να παραδεχτεί μια πραγματικότητα που έχει αλλάξει.

Η άποψη μου είναι ότι ο Κυπριακός Λαός ουδέποτε εξέφρασε τι είδους λύση θέλει αναφορικά με το Κυπριακό αλλά η κομματικές επιλογές του δεν στηρίζονται στις δηλώσεις των κομμάτων σχετικά με το εθνικό ζήτημα αλλά είναι πελατειακές.

Το αποτέλεσμα είναι μια Κύπρος που παρουσιάζεται διχασμένη ακριβώς στο σημείο που θα έπρεπε να είναι πιο ενωμένη, απέναντι σε αυτόν που κατέχει πέραν του ενός τρίτου του εδάφους της.

Αν αντιπαραβάλουμε τα δύο στιγμιότυπα, το 1974 και το 2026, η ομοιότητα είναι εντυπωσιακή.

Τότε, εσωτερικές φατρίες πάλευαν για την ταυτότητα και το μέλλον του τόπου ενώ ο κίνδυνος βρισκόταν προ των πυλών. Σήμερα, η πολιτική σκηνή εξακολουθεί να καταναλώνεται σε εσωτερικές αντιπαραθέσεις, προσωπικές αψιμαχίες και κομματικές μικροπολιτικές, ενώ το υπαρξιακό ζήτημα της κατοχής παραμένει, σε μεγάλο βαθμό, στο περιθώριο του δημόσιου διαλόγου.

Η αφύπνιση που χρειαζόμαστε δεν είναι απλώς συναισθηματική. Δεν αρκεί να θυμόμαστε με πόνο τι χάσαμε. Χρειάζεται μια ειλικρινής, συλλογική αναγνώριση ότι η ενότητα δεν είναι σύνθημα, είναι προϋπόθεση επιβίωσης. Χρειάζεται η νέα γενιά να μάθει την ιστορία όχι επιλεκτικά, όχι για να δικαιώσει το ένα ή το άλλο πολιτικό στρατόπεδο, αλλά ολόκληρη, με όλες τις σκιές της, ώστε να μην επαναλάβει τα ίδια λάθη.

Χρειάζεται οι πολιτικοί μας ηγέτες, ανεξαρτήτως παράταξης, να αντιληφθούν ότι η διαρκής εσωτερική αντιπαράθεση πάνω στο εθνικό θέμα αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση του τόπου απέναντι σε όποιον διεκδικεί εδάφη και δικαιώματα. Ένας διχασμένος λαός δεν διαπραγματεύεται από θέση ισχύος.

Δεν είναι όμως μόνο ευθύνη των ηγετών. Είναι ευθύνη του καθενός από εμάς. Στο πώς μιλάμε για τον συμπολίτη μας που σκέφτεται διαφορετικά, στο πώς διδάσκουμε τα παιδιά μας να βλέπουν την ιστορία, στο πώς επιλέγουμε, ή αρνούμαστε, να θέτουμε το εθνικό πάνω από το κομματικό.

Πενήντα δύο χρόνια μετά, το χρέος μας προς όσους σκοτώθηκαν, προς τους αγνοούμενους, προς τους πρόσφυγες, δεν εξοφλείται με λόγια μνήμης. Εξοφλείται με πράξεις ενότητας. Η μάστιγα της διχόνοιας τρώει αυτό το νησί εδώ και δεκαετίες. Είναι καιρός να αποφασίσουμε, επιτέλους, να τη θεραπεύσουμε.