Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979 μέχρι σήμερα, η διεθνής αγορά ενέργειας υπενθυμίζει πόσο ευάλωτη παραμένει η οικονομία στις γεωπολιτικές αναταράξεις. Οι υψηλές τιμές των καυσίμων αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τα νοικοκυριά, τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις. Κάθε αύξηση στην τιμή της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό, αυξάνει το κόστος μεταφοράς προϊόντων και υπηρεσιών και δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στις τιμές βασικών αγαθών. Για πολλούς πολίτες, η επίσκεψη στο πρατήριο καυσίμων έχει μετατραπεί σε μια ακόμη δύσκολη άσκηση οικονομικής διαχείρισης. Το φαινόμενο, ωστόσο, δεν είναι καινούργιο. Η ιστορία της παγκόσμιας οικονομίας έχει καταγράψει επανειλημμένα περιόδους κατά τις οποίες οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύθηκαν, προκαλώντας αναστάτωση στις αγορές και αναγκάζοντας κυβερνήσεις και καταναλωτές να αναθεωρήσουν τις ενεργειακές τους επιλογές. Δύο από τους σημαντικότερους σταθμούς ήταν οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979.

Το 1973: Η πρώτη μεγάλη πετρελαϊκή κρίση

Το φθινόπωρο του 1973, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή πυροδότησε μια πρωτοφανή ενεργειακή κρίση. Τον Οκτώβριο, κατά τη διάρκεια του αραβοϊσραηλινού πολέμου του Γιομ Κιπούρ, αραβικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες επέβαλαν εμπάργκο και προχώρησαν σε περικοπές της παραγωγής και των εξαγωγών πετρελαίου προς συγκεκριμένα κράτη, ως μέσο πολιτικής πίεσης. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε ο Οργανισμός Αραβικών Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών (OAPEC), ο οποίος συνδέεται με τις αραβικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες και δεν πρέπει να συγχέεται με τον ευρύτερο Οργανισμό Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών (OPEC). Οι ενέργειες αυτές, σε συνδυασμό με τις περικοπές παραγωγής και τις ήδη υπάρχουσες εντάσεις στην αγορά, οδήγησαν σε απότομη αύξηση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου.Η τιμή του αργού πετρελαίου σχεδόν τετραπλασιάστηκε μέσα σε λίγους μήνες, από περίπου 2,90 δολάρια το βαρέλι πριν από το εμπάργκο σε περίπου 11,65 δολάρια τον Ιανουάριο του 1974. Οι επιπτώσεις ήταν άμεσες με ελλείψεις καυσίμων, ουρές στα πρατήρια, αυξημένο κόστος παραγωγής και μεταφορών και έντονες πληθωριστικές πιέσεις. Η κρίση αποκάλυψε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πόσο εξαρτημένες ήταν οι βιομηχανικές οικονομίες από το εισαγόμενο πετρέλαιο.

Το 1979: Η κρίση επανέρχεται

Πριν ακόμη επουλωθούν πλήρως οι πληγές της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης, μια νέα αναταραχή έπληξε τη διεθνή αγορά το 1978-1979. Αυτή τη φορά, καθοριστικό γεγονός ήταν η Ιρανική Επανάσταση, η οποία ανέτρεψε το καθεστώς του Σάχη και προκάλεσε σοβαρή διαταραχή στην παραγωγή πετρελαίου του Ιράν. Η μείωση της ιρανικής παραγωγής, σε συνδυασμό με την αυξημένη παγκόσμια ζήτηση, την ανησυχία για νέες ελλείψεις και την αποθεματοποίηση πετρελαίου, ενίσχυσε την ανοδική πορεία των τιμών. Η αγορά αντέδρασε με έντονη νευρικότητα, καθώς οι εισαγωγείς φοβούνταν ότι οι διαθέσιμες ποσότητες δεν θα επαρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Ο OPEC, στον οποίο συμμετέχουν σημαντικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες, βρισκόταν και πάλι στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η κρίση του 1979 δεν προκλήθηκε απλώς από μια ενιαία απόφαση του οργανισμού για αύξηση των τιμών. Η πολιτική αναταραχή στο Ιράν και η απώλεια παραγωγής ήταν βασικοί παράγοντες που περιόρισαν την προσφορά και ενίσχυσαν τις πιέσεις στην αγορά. Οι συνέπειες επεκτάθηκαν πολύ πέρα από τα πρατήρια καυσίμων. Ο πληθωρισμός αυξήθηκε, το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων επιβαρύνθηκε και η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνθηκε σε αρκετές χώρες. Οι κρίσεις της δεκαετίας του 1970 απέδειξαν ότι το πετρέλαιο δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη εμπόρευμα, αλλά ένα στρατηγικό όπλο με τεράστια οικονομική και πολιτική σημασία.

Από τη δεκαετία του 1970 στο σήμερα

Περισσότερες από πέντε δεκαετίες μετά, οι καταναλωτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ένα γνώριμο πρόβλημα, οι διεθνείς εξελίξεις μπορούν να μεταβάλουν απότομα το κόστος της ενέργειας. Πολεμικές συγκρούσεις, κυρώσεις, προβλήματα στις θαλάσσιες οδούς μεταφοράς, αποφάσεις για την παραγωγή και μεταβολές στην παγκόσμια ζήτηση επηρεάζουν την τιμή του αργού πετρελαίου και, κατ’ επέκταση, τις τιμές των καυσίμων. Η σημερινή πραγματικότητα, παρά τις διαφορές της από εκείνη της δεκαετίας του 1970, αναδεικνύει την ίδια βασική αδυναμία, την έκθεση των οικονομιών στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις. Ακόμη και όταν μια χώρα δεν συμμετέχει άμεσα σε κάποια σύγκρουση, μπορεί να υποστεί τις οικονομικές συνέπειες μέσω των εισαγωγών ενέργειας, του αυξημένου κόστους μεταφοράς και των ανατιμήσεων σε προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης. Για χώρες όπως η Κύπρος, όπου οι μετακινήσεις με ιδιωτικό όχημα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητα και η οικονομία εξαρτάται από τις εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων, οι αυξήσεις στα καύσιμα αποτελούν ιδιαίτερα σημαντική πρόκληση. Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στους οδηγούς. Επηρεάζει τις μεταφορές, τον τουρισμό, την εφοδιαστική αλυσίδα, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και, τελικά, το κόστος ζωής.

Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;

Το βασικό ερώτημα είναι ποιος επωμίζεται το μεγαλύτερο βάρος κάθε νέας αύξησης. Για τα νοικοκυριά με περιορισμένα εισοδήματα, η άνοδος των καυσίμων μπορεί να σημαίνει λιγότερα χρήματα για άλλες βασικές ανάγκες. Για τις επιχειρήσεις, μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερα λειτουργικά έξοδα, μειωμένα περιθώρια κέρδους ή ανατιμήσεις που μεταφέρονται στον καταναλωτή. Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συνδυασμό μέτρων. Η διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών, η αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς και η στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των επιπτώσεων. Παράλληλα, η ενίσχυση των δημόσιων μεταφορών, η εξοικονόμηση ενέργειας και η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορούν να μειώσουν σταδιακά την εξάρτηση από το πετρέλαιο. Δεν πρέπει, βέβαια, να παραβλέπεται ότι η τελική τιμή στην αντλία δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη διεθνή τιμή του αργού. Επηρεάζεται επίσης από το κόστος διύλισης και μεταφοράς, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, τους φόρους και τα περιθώρια της εφοδιαστικής αλυσίδας. Για τον λόγο αυτό, η ουσιαστική αντιμετώπιση των αυξήσεων προϋποθέτει εξέταση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν την τιμή.

Το μάθημα της ιστορίας

Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979 δεν αποτελούν απλώς κεφάλαια της οικονομικής ιστορίας. Είναι προειδοποιήσεις για το πόσο εύκολα η ενεργειακή εξάρτηση μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα. Ο OPEC και οι αποφάσεις των πετρελαιοπαραγωγών χωρών έχουν σημαντική θέση στη λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε αύξηση των τιμών οφείλεται αποκλειστικά στις επιλογές του οργανισμού. Η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι η αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε προσωρινές παρεμβάσεις, όταν οι τιμές έχουν ήδη αυξηθεί. Χρειάζεται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών, περιορισμός της σπατάλης και ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας. Οι πολίτες δεν μπορούν να ελέγξουν τις διεθνείς συγκρούσεις ούτε να καθορίσουν την παγκόσμια τιμή του πετρελαίου. Μπορούν, όμως, να αναμένουν από την πολιτεία μέτρα που θα περιορίζουν τις αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις και θα προστατεύουν την αγοραστική τους δύναμη.

Το δίδαγμα είναι σαφές, όταν το πετρέλαιο ακριβαίνει, δεν αυξάνεται μόνο το κόστος της μετακίνησης. Αυξάνεται το κόστος ολόκληρης της οικονομικής δραστηριότητας. Όσο η ενεργειακή εξάρτηση παραμένει υψηλή, οι κρίσεις του παρελθόντος θα συνεχίζουν να υπενθυμίζουν ότι η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί προϋπόθεση οικονομικής σταθερότητας και κοινωνικής ευημερίας.

School of Education

Saint Louis University, USA