Πενήντα χρόνια πέρασαν από το τραγικό εκείνο καλοκαίρι του 1974, όμως οι μνήμες είναι ακόμη νωπές στις καρδιές των ανθρώπων, ιδιαίτερα σε όσους έζησαν από κοντά τα τραγικά γεγονότα. Άλλοι πολέμησαν στα πεδία των μαχών, άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι, άλλοι φυλακίστηκαν, άλλοι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, πολλοί έγιναν πρόσφυγες και άλλοι έχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα. Ο καθένας έχει να διηγηθεί τη δική του συγκλονιστική εμπειρία. Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν τις μαύρες εκείνες μέρες είναι λες και βγήκαν από κινηματογραφική ταινία. Ούτε οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές δεν φαντάστηκαν ποτέ ότι θα ζούσαν τέτοιες στιγμές. Αρκετοί ξεπέρασαν τα όρια των αντοχών τους, έφτασαν πολλές φορές στα πρόθυρα του θανάτου, αλλά δεν λύγισαν. Είχαν πίστη στον Θεό και εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια, και δεν διαψεύστηκαν. Ο Θεός, η Παναγία και οι άγιοι ήταν δίπλα τους, άλλες φορές αισθητά και άλλες φορές κρυμμένοι πίσω από πρόσωπα και καταστάσεις.

Πίσω από τις βόμβες που δεν εκρήγνυνταν, πίσω από τις σφαίρες που δεν εύρισκαν τον στόχο τους, πίσω από σωτήριες αποφάσεις βαθμοφόρων αλλά και απλών στρατιωτών, πίσω από αυτούς που θυσιάστηκαν για να σώσουν άλλους, πίσω από αυτούς που δεν αλλαξοπίστησαν, ή που δεν πάτησαν τον σταυρό, πίσω από όλα αυτά κρυβόταν η Θεία Πρόνοια.

Είναι καιρός να ψηλαφήσουμε τα πράγματα Ορθοδόξως και Χριστιανικώς και Εκκλησιαστικώς, μακράν του μίζερου πολιτικού λόγου, με την κενή και άγονη και στείρα ρητορεία, έτσι, για να προσλάβουμε το θαύμα και την στοργή των αγίων που μας σκέπουν, της Υπεραγίας Θεοτόκου και του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Έπρεπε να περάσει καιρός για να αντιληφθούμε την δύναμη των αγίων που μας σκέπασαν τότε, μας σκέπουν μέχρι και σήμερα και σίγουρα θα μας σκεπάζουν πάντοτε.

Ο Θεός είναι παρών, ο Θεός εποπτεύει, ο Θεός, η Μητέρα του Θεού και οι άγιοι, οι φίλοι του Θεού, επεμβαίνουν. Επεμβαίνουν και αλλάζουν την ροή των πραγμάτων, επεμβαίνουν και διασώζουν, επεμβαίνουν διότι μας αγαπούν.

Η έρευνα που διεξήγαγαν οι πατέρες της Μονής Μαχαιρά, υπό την καθοδήγηση του Επισκόπου Λήδρας και Καθηγουμένου Επιφάνιου, έφερε στην επιφάνεια πάμπολλα θαυμαστά γεγονότα, άγνωστα στους πολλούς. Το κάθε ένα από αυτά έχει τον δικό του ιδιαίτερο χαρακτήρα. Σε κάποια από τα κείμενα είναι ξεκάθαρη και άμεση η θαυματουργική επέμβαση του Θεού, της Παναγίας και των Αγίων. Σε κάποια άλλα παρουσιάζεται έντονα η Ευλάβεια και η Πίστη των κατοίκων αυτού του νησιού, οι οποίοι τις δύσκολες εκείνες μέρες επικαλούνταν την Παναγία και τους Αγίους παρακαλώντας τους να τους βοηθήσουν, ενώ σε άλλα είναι έκδηλη η απόλυτη εμπιστοσύνη τους προς την Θεία Πρόνοια. Παράλληλα, μέσα από ορισμένα περιστατικά ξεπηδούν τα αγνά αισθήματα αγάπης, φιλίας και ανθρωπιάς τα οποία ένωναν τους ανθρώπους της Κύπρου, Έλληνες και Τούρκους. Τα αισθήματα αυτά ήταν τόσο έντονα που ούτε ο πόλεμος δεν κατάφερε να τα πνίξει. Μέσα από κάποια άλλα περιστατικά φαίνεται η Δύναμη της Ορθόδοξης Πίστης, και κατατίθεται η Μαρτυρία πίστεως που έδωσαν κάποιες γενναίες ψυχές.

Το αίμα που αδίκως χύθηκε, χύθηκε για να ξεπλύνει τις αμαρτίες του λαού τούτου ενώπιον του Θεού, για να ξεπλύνει την ντροπή της διχόνοιας, για να ξεπλύνει το αίσχος της προδοσίας, για να ξεπλύνει την βρώμα του εγωισμού, για να ποτίσει τον τόπον τούτον και να τον αγιάσει, ώστε ο Θεός να τον δικαιώσει.

Το βιβλίο αυτό δεν χρησιμοποιεί το θαύμα για να εντυπωσιάσει ή για να πείσει κάθε δύσπιστο αναγνώστη. Ο Θεός, η Παναγία και οι Άγιοι δεν έχουν ανάγκη από τον δικό μας έπαινο. Εμείς, ωστόσο, έχουμε ανάγκη από την δική τους βοήθεια και προστασία. Όταν ο Άγιος Παΐσιος ο αγιορείτης ρωτήθηκε, γιατί επέτρεψε ο Θεός να εισβάλει στην Κύπρο μας ένας τόσο βάρβαρος λαός, απάντησε: «Αυτό έγινε διότι η Κύπρος, από νήσος Αγίων, κατάντησε νήσος αμαρτίας και ακολασίας. Όταν θα επιστρέψετε στον δρόμο του Θεού, τότε η Κύπρος θα ελευθερωθεί». Το μήνυμα που αφήνουν οι σύγχρονοί μας άγιοι είναι μήνυμα Μετάνοιας και Ελπίδας. Ας επιστρέψουμε λοιπόν με Ελπίδα στην Αγάπη του Θεού.

Εμπλουτισμένη νέα έκδοση

Το βιβλίο αυτό, παρουσιάζει τα τραγικά γεγονότα του 1974 από μία διαφορετική οπτική γωνία. Από τις πρώτες κιόλας μέρες που το βιβλίο τέθηκε στην διάθεση του αναγνωστικού κοινού, πολλοί ήταν αυτοί που έτρεξαν να το προμηθευτούν. Όσοι διάβασαν το βιβλίο όντως εντυπωσιάστηκαν από την πρωτοτυπία και την ιδιαιτερότητά του. Άλλοι πάλι, αφού διάβασαν το βιβλίο, έσπευσαν να καταθέσουν στους πατέρες της Μονής Μαχαιρά και την δική τους θαυμαστή εμπειρία. Αυτές τις καινούργιες μαρτυρίες καθώς και άλλο καινούργιο υλικό που μάζεψαν οι πατέρες της Μονής, θα ενσωματωθεί στην δεύτερη, βελτιωμένη και επηυξημένη έκδοση που ετοιμάζει σύντομα η Μονή να διαθέσει στο αναγνωστικό κοινό.

Εξανθίζει την Ελπίδα

Από όσα προλογίζει ο Επίσκοπος Λήδρας και Καθηγούμενος Επιφάνιος, σταχυολογούμε τα εξής: «Το βιβλίο αυτό, ενώ καταθέτει το στίγμα της φρίκης του πολέμου και της αγωνίας των ανθρώπων, εν τούτοις δεν μένει ως εκεί, ως το αρνητικό αποτύπωμα, αλλά ωσάν αυτό το αρνητικό αποτύπωμα να είναι ένα ακανθώδες φυτό, μέσα από τις καρδιακές αναμνήσεις των επιβιωσάντων εξανθίζει ως ρόδο εαρινό και ευώδες, φρέσκο και ολοζώντανο την Ελπίδα. Όχι οποιανδήποτε Ελπίδα, ούτε φαντασία ούτε ιδέα, αλλά την Ελπίδα του Θεού».  

Κατάθεση μαρτυρίας πίστεως, από τις διηγήσεις θαυμαστών γεγονότων:

>Τούτη η γη δεν άξιζε τέτοια τύχη

Ο δόκιμος έφεδρος αξιωματικός Σέρβος (Γεώργιος, της 195 Μοίρα Ελαφρού Αντιαεροπικού Πυροβολικού(ΜΕΑ/ΑΠ), από τις 12 Αυγούστου βρισκόταν με δύο πολυβόλα στην Νέα Σπάρτη (Γαϊδουράς) προς υποστήριξη της 199 Πεδινό Πυροβολικό 3,7. Κάθ’ οδόν προς την Νέα Σπάρτη έζησε μία συνταρακτική στιγμή που παραμένει ανεξίτηλη στο μυαλό του:

«Πηγαίνοντας με δύο τετράδυμα αντιαεροπορικά στην Νέα Σπάρτη για ενίσχυση της 199 Πυροβολαρχίας, περνούσαμε από διάφορα χωριά. Η εικόνα που θα πάρω μαζί μου μέχρι τέλους είναι οι υπερήλικοι βρακάδες, γονατιστοί εκατέρωθεν του δρόμου με τις άγιες εικόνες της εκκλησίας, να μας δίνουν την ευχή τους. Τα δάκρυά μου κυλούσαν ασταμάτητα μέχρι τον προορισμό μου. Ακόμα κυλούν και θα κυλούν πάντα, σκεπτόμενος τους σεβάσμιους γέροντες με την χιλιόχρονη παράδοση ριζωμένη στο DNA τους. Τούτη η γη δεν άξιζε τέτοια τύχη». (σ. 33)(σχετικό σκίτσο)

>Γλύτωσε η Αθηαίνου με τη βοήθεια της Παναγίας

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Παπαϊωάννου, εφημέριος του ιερού ναού Παναγίας Χρυσελεούσης στην Αθηαίνου, σε επιστολή του προς την ιερά μονή Μαχαιρά, γράφει τα εξής:

Το 1974 οι Τούρκοι κατέλαβαν το χωριό Πυρόι, 4 χιλιόμετρα από την Αθηαίνου, και κατηφόριζαν προς την κωμόπολη με άρματα. Όταν έφθασαν στο παλιογιόφυρο, δύο χιλιόμετρα περίπου πριν την Αθηαίνου, τα άρματα ξαφνικά έσβησαν, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Τα ξεκίνησαν, όμως μπροστά δεν προχωρούσαν, πίσω πήγαιναν, μπροστά όχι. Τότε ο αξιωματικός διέταξε να προχωρήσουν πεζοί. Ξεκίνησαν οι στρατιώτες και προτού προχωρήσουν εκατόν μέτρα τους σκέπασε μία τόσο πυκνή ομίχλη που δεν έβλεπαν. Σταμάτησαν και περίμεναν να διαλυθεί. Πέρασε αρκετή ώρα και δεν διαλυόταν. Φοβήθηκαν και επέστρεψαν πίσω. Τότε η ομίχλη διαλύθηκε. Ξαναδοκίμασαν με τα άρματα. Τίποτε όμως. Πεζοί, και πάλιν η ομίχλη. Έτσι υποχρεώθηκαν να μείνουν μέχρι εκεί και γλύτωσε η Αθηαίνου από τα χέρια τους, με την βοήθεια της Παναγίας μας που τιμούμε και δοξάζουμε με πόθο και αγάπη.

Μού  το διηγήθηκε ο κ. Σαββής ο κουνουπιέρης από το Πυρόι, ο οποίος ήξερε τουρκικά, και το είχε ακούσει από έναν Τούρκο αξιωματικό που ήταν παρών. Ο κ. Σαββής ήταν και ψάλτης στον ιερό ναό Αγίου Αντύπα στο Πυρόι.    

>Εγώ δεν έβγαζα τον σταυρό, παρόλες τις απειλές

Ο Στέλιος Κούρρης αφηγείται την περιπέτεια που πέρασε μετά την σύλληψή του από τους Τούρκους:

Ένας μαυριδερός Τούρκος στρατιώτης, αφρίζοντας και φωνάζοντας, μου έδειχνε να βγάλω τον σταυρό μου από τον λαιμό μου και να τον πατήσω χαμαί. Μάλιστα, έβαλε και την κάννη του όπλου του μέσα από τα χοντρά σίδερα της πόρτας του κελιού μας, απειλώντας να με σκοτώσει, αν δεν υπάκουα. Γνώριζα ότι το να πατήσεις τον σταυρό σημαίνει άρνηση της πίστης σου στον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εγώ δεν έβγαζα τον σταυρό, παρόλες τις απειλές του, αλλά έλεγα συνέχεια ψιθυρίζοντας και το «Κύριε ελέησον». Ο Τούρκος στρατιώτης νευρίασε πολύ και αφρίζοντας από το κακό του κινούσε το όπλο δεξιά και αριστερά, σημαδεύοντάς με, φωνάζοντας και δείχνοντάς μου ξανά να βγάλω τον σταυρό και να τον πατήσω. Χωρίς εγώ να του πω τίποτε, ο θείος της συζύγου μου, Αγγελής Όντετσιης, μού ξεκούμπωσε τον σταυρό και μου τον έδωσε στο χέρι, λέγοντάς μου σιγανά: «Βάλε τον μες την τσέπη σου». Ο Τούρκος, αγριεμένος, συνέχιζε να απειλεί. Εκείνη την δύσκολη ώρα, ένας άλλος Τούρκος, μάλλον αξιωματικός, τον πήρε από τον γιακά και τον έδιωξε βίαια από εκεί. Αν πυροβολούσε, θα σκοτωνόμασταν όλοι μας. Με ανακούφιση ήρθε στο στόμα μας το «Δόξα σοι ο Θεός».   

>«Γίνεσαι Μουσουλμάνος;» … «Όι, όι!»

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει σ’ εκείνον τον ανώνυμο νεομάρτυρα της Κυθρέας της Κύπρου, ο οποίος πέθανε, ομολογώντας τον Εσταυρωμένο Χριστό, αρνούμενος με παρρησία να γίνει Μουσουλμάνος και να σώσει την ζωή του. Για το μαρτύριο του ανώνυμου αυτού Ορθόδοξου Χριστιανού Έλληνα δίνεται η ίδια η ομολογία και κατάθεση του Τούρκου εκτελεστή και δολοφόνου. Αυτός, μετανιωμένος, αναφέρει λεπτομερώς όσα τον τύπτει η ίδιά του η συνείδηση. Επίσης αναφέρει την ομολογία Χριστού, καθώς και το μαρτύριο του νέου αυτού, σε βιβλίο που εκδόθηκε στην Αθήνα, με τίτλο «Εκτελέστε τους αιχμαλώτους». Πρόκειται για δημόσια εξομολόγηση από αυτόν για όσα συνέβησαν στην Κυθρέα. Λέει, λοιπόν: «Ο δικός μου ήταν ξανθός με σγουρά μαλλιά, νεαρός, με γαλανά μάτια. Αυτός, παρόλο που πριν από λίγο είχε δει τον άλλον νέο από το χωριό του να πεθαίνει, δεν ταράχθηκε καθόλου. Τον οδήγησα λίγα μέτρα παραπλεύρως. Ήμουν σε αδιέξοδο και αμηχανία. Ο αξιωματικός περίμενε να μας δει να γινόμαστε εκτελεστές. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Όμως, παρ’ όλα αυτά δεν μπορούσα να τον σκοτώσω εν ψυχρώ. Τον κοίταξα στα μάτια και τον ρώτησα: «Γίνεσαι μουσουλμάνος;» Εκείνος στεκόταν όρθιος με τα χέρια δεμένα και με κοίταζε στα μάτια. Έδειξε να καταλαβαίνει και σχεδόν χαμογελώντας κούνησε δεξιά και αριστερά το κεφάλι του και μου είπε μία άγνωστη σε μένα λέξη: «Όι, όι!». Αντιλήφθηκα την άρνησή του, η οποία ήταν και η αφορμή την οποία ζητούσα για να σηκώσω το όπλο. Έτσι απλά, για να μην πέσω στα μάτια του αξιωματικού και των συναδέλφων μου, άδειασα μίαν ολόκληρη γεμιστήρα σφαιρών επάνω του. Τώρα όμως με τύπτει η συνείδησή μου και βασανίζομαι. Τα μάτια αυτού του νέου παιδιού και το χαμόγελό του δεν φεύγουν από την σκέψη μου».  

 

>Οι κραυγές του ιερέα σπαρακτικές και απελπισμένες

Άγρια βασανίστηκε ένας ιερέας, ο οποίος , μεταφέρθηκε και ως αιχμάλωτος στα Άδανα. Πρόκειται για τον ιερέα του χωριού Τριμίθι, π. Ιωάννη Νικολάου, εφημέριο του ναού του Αγίου Χαραλάμπους.

Τίποτε στην εμφάνισή του δεν έμεινε που να φανερώνει το σχήμα του, εκτός από τα γένια του. Το καλυμαύχι του, αφού έγινε κάμποση ώρα παιχνίδι στα βρώμικα χέρια τους, πετάχτηκε ύστερα στην γη και ποδοπατήθηκε άγρια, λες και ήταν κάτι ζωντανό κι ήθελαν να πάρουν κι αυτουνού την ψυχή. Τα παπούτσια και τις κάλτσες του τα τράβηξαν με βία και τα έβγαλαν από τα πόδια του και τα πέταξαν μακριά, μέσα στα χωράφια. Έτσι, γυμνόποδα τον έβαλαν να πατά στα ξηρά αγκάθια, ενώ από πάνω τον ξυλοφόρτωναν και τον κλωτσοκοπούσαν άγρια.

Όταν ο παπάς άρχισε να φωνάζει, απελπισμένος από την άγρια μεταχείριση και την απάνθρωπη συμπεριφορά τους, κάποιος του κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στα μούτρα, τόσο δυνατό που το κορμί του έγειρε προς τα πίσω. Δεν έπεσε όμως, γιατί τον κράτησαν αυτοί που βρίσκονταν από πίσω του. Τον συγκράτησαν, αρπάζοντας τον γερά και χτυπώντας τον και αυτοί όπου έφταναν. Ένας τον άρπαξε από τον κότσο που σχημάτιζαν τα μαλλιά του στο πίσω μέρος της κεφαλής και τράβηξε με δύναμη. Ο πόνος ήταν αβάστακτος και εξωτερικεύτηκε με μία δυνατή κραυγή. Και, χωρίς να τον αφήσει ο βάρβαρος, τράβηξε την λόγχη που κρεμόταν από την ζώνη στην μέση του και, με μία απότομη κίνηση, τον έκοψε. Κραυγές αλαλαγμού ακούστηκαν πάλι, ενώ πετούσε τα μαλλιά και τα σκόρπιζε ψηλά, πάνω στα κεφάλια τους, πριν πέσουν στην γη και τα τσαλαπατήσουν κι αυτά.

>Η λιωμένη λαμπάδα, προφητικό σημάδι από τον Άγιο Γεώργιο

Μόλις οι Τούρκοι το 1974 έκαναν απόβαση στην Κερύνεια ορισμένες γυναίκες στην Μηλιά μετέβηκαν στο παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου, άναψαν μία μεγάλη λαμπάδα για να τους βοηθήσει ο Άγιος και την κόλλησαν στο πάτωμα. Μέσα όμως στην σκοτούρα των ημερών την ξέχασαν αναμμένη και όταν επέστρεψαν στο παρεκκλήσιο αντί να βρεθούν μπροστά σε πυρκαγιά, βρέθηκαν έκθαμβες μπροστά σε ένα θαύμα. Η λαμπάδα έλιωσε και σχηματίστηκε στο έδαφος το σχήμα της Κύπρου μοιρασμένης μαζί με ένα λιοντάρι. Το νέο μαθεύτηκε και όλοι προσέρχονταν στο παρεκκλήσιο για να δουν το θαύμα. Έλεγαν τότε ότι αυτό ήταν σημάδι ότι η Κύπρος θα μοιραζόταν.