Το δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το πρόσωπο που δικαιούται να λάβει τέτοια σύνταξη και δεν μεταφέρεται στους κληρονόμους του, αποφάσισε ομόφωνα το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο κλήθηκε να απαντήσει στο νομικό ερώτημα αν το δικαίωμα του αποβιώσαντα αιτητή σε σύνταξη χηρείας είναι μεταβιβάσιμο ή μη, δηλαδή μεταφέρεται ή όχι στους κληρονόμους του.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο αιτητής είχε ζητήσει από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΥΚΑ) τη χορήγηση σύνταξης χηρείας εξαιτίας του θανάτου της συζύγου του. Οι ΥΚΑ απέρριψαν το αίτημα καθότι ο ίδιος, με βάση τις προϋποθέσεις της τότε ισχύουσας νομοθεσίας, δεν ήταν δικαιούχος. Ο αιτητής προσέφυγε εναντίον της απόφασης των ΥΚΑ στο Διοικητικό Δικαστήριο, ωστόσο, εκκρεμούσης της δικαστικής διαδικασίας απεβίωσε, με αποτέλεσμα ο διαχειριστής και κληρονόμος της περιουσίας του να ζητά, στην προσφυγή, την αντικατάσταση του ονόματος του αποβιώσαντος με το δικό του ως διαχειριστής και συνέχιση της δίκης. Το Διοικητικό Δικαστήριο εξετάζοντας το αίτημα κατέληξε πως «το δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το πρόσωπο του αποβιώσαντος και συνεπώς, ως προσωποπαγές, δεν μεταφέρεται στους κληρονόμους του», απορρίπτοντας έτσι το αίτημα του διαχειριστή αλλά και την προσφυγή που είχε καταχωρίσει ο αποβιώσαντας αιτητής, αφού με τον θάνατο του αιτητή είχε επέλθει κατάργηση της δίκης. Την πιο πάνω απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου εφεσίβαλε ο διαχειριστής.
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ενεργώντας ως Εφετείο, με αναφορά σε σχετική νομολογία, συμφώνησε με το Διοικητικό Δικαστήριο ότι το δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας είναι προσωποπαγές και κατ’ επέκταση δεν μεταφέρεται στους κληρονόμους του, εφόσον παρέχεται για ικανοποίηση των βασικών και ειδικών αναγκών του ίδιου του αιτητή «στοιχεία και προϋποθέσεις άμεσα συνδεδεμένες με το πρόσωπο του αιτητή (αποβιώσαντος) [που έχουν …] βεβαίως εκλείψει με τον θάνατό του», όπως σημειώνεται στην απόφαση.
Συνακόλουθα, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την έφεση και επιδίκασε έξοδα υπέρ της Δημοκρατίας.
Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, την υπόθεση χειρίστηκε η κα Μαρία Κοτσώνη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας.