Το Εφετείο απέρριψε ομόφωνα την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατά της πρωτόδικης ποινής που είχε επιβληθεί σε άνδρα, κρίνοντας ότι οι ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν για υποθέσεις επίθεσης και απειλών δεν ήταν έκδηλα ανεπαρκείς και ότι η απόφαση για συντρέχουσες ποινές ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις.

Η υπόθεση εκδικάστηκε από τον M. Αμπίζας, την Στ. Χριστοδουλίδου-Μεσσιου και την Ι. Στυλιανίδου, οι οποίοι εξέδωσαν ομόφωνη απόφαση με την οποία επικύρωσαν την πρωτόδικη κρίση.

Ο κατηγορούμενος είχε παραπεμφθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου αντιμετωπίζοντας τρεις κατηγορίες: επίθεση προκαλούσα βαριά σωματική βλάβη, απειλή βιαιοπραγίας και επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, τα περιστατικά σχετίζονταν με έντονη διαμάχη μεταξύ του κατηγορούμενου και γείτονά του, η οποία ξεκίνησε από ενοχλήσεις λόγω θορύβου και καταγγελίες στην Αστυνομία και κλιμακώθηκε σε απειλές και σωματική βία.

Το πιο σοβαρό επεισόδιο σημειώθηκε στις 29 Ιουνίου 2025, όταν ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παραπονούμενο, μετά από επεισόδιο στην αυλή της πολυκατοικίας. Όπως καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, ο κατηγορούμενος γρονθοκόπησε το θύμα στο πρόσωπο και σε διάφορα σημεία του σώματος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χάσει την ισορροπία του και να τραυματιστεί πέφτοντας σε τοίχο. Η ιατρική γνωμάτευση κατέδειξε μικρό κάταγμα στην περιοχή του οφθαλμικού κόγχου και οίδημα μαλακών μορίων.

Σε μεταγενέστερο περιστατικό, στις 11 Αυγούστου 2025, ο κατηγορούμενος φέρεται να απείλησε τον παραπονούμενο με τη φράση «I will cut your neck», ενώ στις 15 Αυγούστου 2025 σημειώθηκε νέο επεισόδιο, κατά το οποίο υπήρξε νέα επίθεση και συμπλοκή μεταξύ των δύο ανδρών στην πολυκατοικία, με τον παραπονούμενο να υφίσταται περαιτέρω τραυματισμούς κατά την προσπάθειά του να αμυνθεί.

Το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε ποινές φυλάκισης 12 μηνών για την κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης και από 4 μήνες για τις υπόλοιπες δύο κατηγορίες, διατάσσοντας όπως οι ποινές συντρέχουν, με αποτέλεσμα τη συνολική ποινή των 12 μηνών άμεσης φυλάκισης.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, μέσω της εκπροσώπου του, προσέβαλε την απόφαση υποστηρίζοντας ότι οι ποινές ήταν έκδηλα ανεπαρκείς, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων, της ανάγκης για αποτροπή και της ύπαρξης επαναλαμβανόμενης βίαιης συμπεριφοράς. Παράλληλα, προβλήθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έδωσε επαρκή βαρύτητα σε επιβαρυντικούς παράγοντες και ότι οι ποινές θα έπρεπε να είναι διαδοχικές και όχι συντρέχουσες, λόγω της διαφορετικής χρονικής και πραγματικής φύσης των περιστατικών.

Από την πλευρά του, ο καταδικασθείς υποστήριξε αυτοπροσώπως ότι τα περιστατικά δεν είχαν την ένταση που τους αποδίδεται και ότι η ποινή που επιβλήθηκε ήταν ήδη επαρκής, την οποία και είχε εκτίσει.

Το Εφετείο, εξετάζοντας την υπόθεση, υπενθύμισε τις αρχές που διέπουν την επέμβασή του σε ποινές πρωτόδικων δικαστηρίων, σημειώνοντας ότι δεν προβαίνει σε νέο καθορισμό ποινής, αλλά παρεμβαίνει μόνο όταν αυτή είναι έκδηλα ανεπαρκής ή υπερβολική ή όταν υπάρχει σφάλμα αρχής.

Οι δικαστές έκριναν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε ορθά αξιολογήσει τόσο τη σοβαρότητα των αδικημάτων όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, συμπεριλαμβανομένης της άμεσης παραδοχής ορισμένων κατηγοριών, της συνεργασίας του με τις Αρχές και της απουσίας προηγούμενων καταδικών. Παράλληλα, έλαβε υπόψη και το γεγονός ότι δεν υπήρξαν μόνιμες ή ιδιαίτερα βαριές συνέπειες για το θύμα, παρά τον σοβαρό τραυματισμό.

Σε σχέση με το ζήτημα των συντρεχουσών ποινών, το Εφετείο κατέληξε ότι τα επίδικα περιστατικά, αν και διακριτά χρονικά, συνδέονταν μεταξύ τους με πραγματική και ουσιαστική συνάφεια, αποτελώντας μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς που εκτυλίχθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα στο πλαίσιο της ίδιας διαμάχης. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείτο η επιβολή διαδοχικών ποινών.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι, αν και οι ποινές ήταν επιεικείς, δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως έκδηλα ανεπαρκείς ώστε να δικαιολογείται επέμβαση σε εφετειακό επίπεδο. Υπογράμμισε ότι η αποτροπή σε υποθέσεις βίας είναι κρίσιμη, πλην όμως η τελική αξιολόγηση της ποινής παραμένει στο πρωτόδικο δικαστήριο, εφόσον κινείται εντός των επιτρεπτών ορίων της νομολογίας.

Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο απέρριψε την έφεση στο σύνολό της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.