Το Εφετείο με ομόφωνη απόφαση του ανέτρεψε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με την οποία τρεις κατηγορούμενοι σε σοβαρή υπόθεση φερόμενης ενδοοικογενειακής βίας είχαν αφεθεί ελεύθεροι υπό περιοριστικούς όρους και διέταξε την προφυλάκισή τους μέχρι τη δίκη τους που έχει οριστεί για τις 16 Ιουλίου 2026.

Η υπόθεση αφορά τρεις εφέσεις που καταχώρισε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, μετά την απόφαση πρωτόδικου δικαστηρίου ημερομηνίας 25 Μαΐου 2026, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα κράτησης των τριών κατηγορουμένων, πατέρα και δύο παιδιών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν συνολικά 122 κατηγορίες για αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν σε βάρος μελών της ίδιας οικογένειας, σε περίοδο που εκτείνεται από το 2013 έως το 2026.

Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφονται στη δικαστική απόφαση, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι είναι αναγνωρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες και διαμένουν στην Κύπρο για περίπου 20 χρόνια, αντιμετωπίζουν κατηγορίες που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, σοβαρές πράξεις βίας, κακομεταχείριση παιδιών, απειλές, σωματικές επιθέσεις και άλλα αδικήματα ενδοοικογενειακής φύσης. Ο πατέρας αντιμετωπίζει και κατηγορίες ιδιαίτερης βαρύτητας που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, εκτείνονται έως και απόπειρα σεξουαλικής κακοποίησης.

Η Κατηγορούσα Αρχή είχε ζητήσει την κράτηση όλων των κατηγορουμένων μέχρι τη δίκη, επικαλούμενη κίνδυνο φυγοδικίας, επηρεασμού μαρτύρων και επαναδιάπραξης αδικημάτων. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει το αίτημα, κρίνοντας ότι οι δεσμοί των κατηγορουμένων με την Κυπριακή Δημοκρατία, η μακρόχρονη διαμονή τους, η εργασία τους και το λευκό ποινικό μητρώο τους περιόριζαν τον κίνδυνο φυγής, επιβάλλοντας αντίθετα αυστηρούς όρους εγγύησης και περιοριστικά διατάγματα απομάκρυνσης και μη επικοινωνίας με τα φερόμενα θύματα.

Εξετάζοντας τις τρεις εφέσεις από κοινού, το Εφετείο τόνισε ότι η κράτηση υπόδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και ότι η κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου πρέπει να ελέγχεται μόνο όταν διαπιστώνεται λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην απόφαση, το πρωτόδικο δικαστήριο έδωσε υπερβολική βαρύτητα στις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες των κατηγορουμένων, υποτιμώντας τη βαρύτητα των κατηγοριών και τον κίνδυνο που απορρέει από πιθανές πολυετείς ποινές φυλάκισης.

Το Εφετείο έκρινε ότι, υπό το φως της σοβαρότητας των αδικημάτων και της πιθανότητας επιβολής ιδιαίτερα αυστηρών ποινών σε περίπτωση καταδίκης, ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν είχε επαρκώς αποκλειστεί. Όπως σημειώθηκε, οι δεσμοί των κατηγορουμένων με την Κύπρο, αν και υπαρκτοί, δεν κρίθηκαν ικανοί να υπερκεράσουν τον ενδεχόμενο κίνητρο αποφυγής της δίκης.

Παράλληλα, το δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων, επισημαίνοντας ότι το χρονικό εύρος των καταγγελιών, η φύση των φερόμενων πράξεων και η ύπαρξη άλλων εκκρεμών υποθέσεων δημιουργούν, κατά την κρίση του, ισχυρή ένδειξη πιθανής συνέχισης παρόμοιας συμπεριφοράς. Το γεγονός ότι οι ανήλικοι παραπονούμενοι είχαν απομακρυνθεί από την οικογενειακή εστία κρίθηκε ανεπαρκές από μόνο του για να εξουδετερώσει τον συγκεκριμένο κίνδυνο.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Το Εφετείο διαφώνησε με την πρωτόδικη εκτίμηση ότι τα περιοριστικά διατάγματα επαρκούσαν για την προστασία των μαρτύρων, επισημαίνοντας ότι στο υλικό της υπόθεσης καταγράφεται ήδη προσπάθεια επηρεασμού ανήλικου μάρτυρα μετά τη λήψη κατάθεσης. Το γεγονός αυτό κρίθηκε καθοριστικής σημασίας, καθώς, όπως αναφέρεται, ενισχύει την πραγματική πιθανότητα συνέχισης παρόμοιων ενεργειών.

Το δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι οι μάρτυρες στην υπόθεση δεν περιορίζονται μόνο σε μέλη της οικογένειας, αλλά περιλαμβάνουν και τρίτα πρόσωπα, γεγονός που καθιστά τα υφιστάμενα περιοριστικά μέτρα ανεπαρκή για την πλήρη αποτροπή κινδύνων επηρεασμού.

Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν ασκήθηκε ορθά, καθώς δεν έγινε επαρκής στάθμιση όλων των κρίσιμων παραγόντων, ιδίως της σοβαρότητας των αδικημάτων, της πιθανότητας καταδίκης και των κινδύνων που απορρέουν από τη φύση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, οι εφέσεις του Γενικού Εισαγγελέα έγιναν δεκτές, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και διατάχθηκε η άμεση κράτηση των τριών κατηγορουμένων μέχρι την έναρξη της δίκης τους τον Ιούλιο του 2026.