Ενδιαφέρουσα νομολογία σε σχέση με αιτήματα ξένων κρατικών Αρχών για την έκδοση φυγόδικων, καταγράφονται σε τέσσερις ξεχωριστές αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου.

(1) Η πρώτη απόφαση, αφορά σε αίτημα έκδοσης εκζητούμενου προσώπου από τις Αρχές του Ισραήλ, όπου τo Aνώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας, ενεργώντας ως Εφετείο, ανέτρεψε την ακύρωση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης εναντίον Ισραηλινού υπηκόου, κατηγορούμενου σε υπόθεση φόνου και ανθρωποκτονίας Ισραηλινής, το οποίο είχε ζητηθεί από τις Αρχές του Ισραήλ και εκδοθεί από κυπριακό δικαστήριο στο πλαίσιο της σχετικής αίτησης έκδοσης φυγόδικου.

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του, υιοθέτησε τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ότι, για σκοπούς έκδοσης προσωρινού εντάλματος σύλληψης αρκούν τα στοιχεία που αναγράφονται στην Ερυθρά Αγγελία (Red Notice) ή στο μήνυμα διάχυσης (diffusion) που αποστέλλει η Interpol. Ως αναφέρεται στην απόφαση, το απαιτούμενο μαρτυρικό υλικό για το στάδιο αυτό είναι αυτό που αναφέρεται στις σχετικές Συμβάσεις που δεσμεύουν τη Δημοκρατία και δεν απαιτείται η προσκόμιση περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων.

(2) Η δεύτερη απόφαση, αφορά στην έκδοση εκζητούμενου Ρώσου υπηκόου στη Ρωσική Ομοσπονδία με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του για αδικήματα φοροδιαφυγής από εταιρεία σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα, κατά παράβαση άρθρου του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας την έφεση που ασκήθηκε από τον Ρώσο υπήκοο στο αίτημα των ρωσικών Αρχών, επιβεβαίωσε προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου ότι, παρόλο που η Ρωσική Ομοσπονδία αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) λόγω της έναρξης του πολέμου με την Ουκρανία, εντούτοις, επειδή η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Εκδόσεως Φυγόδικων που συνήφθη στο Παρίσι στις 13 Δεκεμβρίου 1957 χαρακτηρίζεται από το Συμβούλιο της Ευρώπης ως ανοιχτή Σύμβαση, η Ρωσική Ομοσπονδία, παρά τις κυρώσεις, παραμένει μέλος της Σύμβασης και συνεπώς, οι εκδόσεις μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ρωσικής Ομοσπονδίας συνεχίζονται παρόλο που οι νέες εγγυήσεις και διαβεβαιώσεις που η Ρωσική Ομοσπονδία δίδει μετά την αποχώρησή της από την ΕΣΔΑ δεν θεωρούνται, από τα κυπριακά δικαστήρια, πλέον ικανοποιητικές.

Παραμένει όμως το γεγονός ότι, ο κάθε φυγόδικος έχει το βάρος να αποδείξει ότι στη δική του περίπτωση υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως σε περίπτωση έκδοσής του στη Ρωσία, θα παραβιαστούν τα ανθρώπινα δικαιώματά του.

(3) Η τρίτη απόφαση, που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο τον Ιούλιο 2026, αφορά σε εκζητούμενο Ρώσο υπήκοο, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες στις ΗΠΑ για ψηφιακά αδικήματα, συμπεριλαμβανομένης της συνωμοσίας για διάπραξη διαδικτυακής απάτης.

Ο κατηγορούμενος προσέφυγε εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να εγκρίνει το αίτημα για έκδοση που είχε υποβληθεί από τις Αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών, ισχυριζόμενος ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να τον συνδέουν με τις ηλεκτρονικές απάτες και ότι η ευθύνη ανήκε σε τρίτα πρόσωπα.

Στην απόφασή του το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι ο ρόλος του σε αυτήν τη διαδικασία δεν είναι να εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης ή να αξιολογήσει τις υπερασπιστικές γραμμές, καθώς αυτό αποτελεί αποκλειστικό έργο των αμερικανικών δικαστηρίων. Έκρινε όμως πως το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά εντόπισε «εύλογη υποψία» για την εμπλοκή του προσώπου αυτού στις κατηγορίες, αφού οι Αρχές των ΗΠΑ εντόπισαν ηλεκτρονικούς λογαριασμούς και διευθύνσεις IP που χρησιμοποιήθηκαν στις κυβερνοεπιθέσεις, τα οποία συνδέονταν άμεσα με το πραγματικό όνομα του κατηγορούμενα, τα στοιχεία του διαβατηρίου του, τις προσωπικές του διαδικτυακές αγορές και με τις ημερομηνίες ταξιδιών του στο εξωτερικό. Στη βάση αυτή, η κράτησή του κρίθηκε απόλυτα νόμιμη και η αίτησή του απορρίφθηκε.

(4) Στην τέταρτη υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτημα Ρώσου υπηκόου που καταζητείται από τις Αρχές των ΗΠΑ για συμμετοχή σε διεθνές κύκλωμα ηλεκτρονικής απάτης και ξεπλύματος χρήματος, ύψους 3,4 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ο εκζητούμενος είχε προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας ακύρωση του εντάλματος σύλληψής του, το οποίο εκδόθηκε όταν εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας στην προσπάθειά του να διαφύγει στην Γεωργία. Η πλευρά του εκζητούμενου υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν είχε τοπική αρμοδιότητα να εκδώσει το ένταλμα σύλληψης και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο ενήργησε βιαστικά, εγκρίνοντας το αίτημα της Αστυνομίας μέσα σε μόλις έξι λεπτά, χωρίς να προλάβει να μελετήσει τον ογκώδη φάκελο της υπόθεσης.

Εξετάζοντας την προσφυγή, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το ένταλμα εκδόθηκε νόμιμα, καθώς ο εκζητούμενος, είχε δηλώσει ως μόνιμη διαμονή του την Λεμεσό, η οποία και καθορίζει την αρμοδιότητα των τοπικών αρχών. Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι ο σύντομος χρόνος έκδοσης του εντάλματος δεν συνιστά παρατυπία, αφού ο βασικός πυρήνας των αμερικανικών κατηγοριών περιγραφόταν αναλυτικά και με σαφήνεια στην ένορκη δήλωση της Αστυνομίας, η οποία δικαιολογούσε πλήρως την άμεση σύλληψή του. Μετά την εξέλιξη αυτή, το ένταλμα σύλληψης παραμένει σε ισχύ και η κύρια δικαστική διαδικασία για την έκδοση ή μη, του εκζητούμενου στις ΗΠΑ θα συνεχιστεί κανονικά τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Εκ μέρους του του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τις υποθέσεις χειρίστηκε ο κ. Στάθης Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας.