Σε διαρκή αφορμή για καυγά μεταξύ προσωπικών γιατρών και ασθενών φαίνεται να εξελίσσονται τα παραπεμπτικά στο Γενικό Σύστημα Υγείας με τους γιατρούς, να μην υποκύπτουν πλέον τόσο εύκολα στις πιέσεις των δικαιούχων τους και να έχουν αρχίσει, κάποιοι, να προχωρούν σε διαγραφές από τους καταλόγους τους προκειμένου να γλυτώσουν από τη συνεχή μουρμούρα.
Την ίδια ώρα βεβαίως, η πράξη τους αυτή, προκαλεί προβλήματα στους ασθενείς, που σε κάποιες περιπτώσεις δεν ενημερώνονται καν για τη διαγραφή τους, με αποτέλεσμα να διαπιστώνουν ξαφνικά ότι όχι μόνο δεν έχουν το παραπεμπτικό προς ειδικό γιατρό που ζήτησαν αλλά δεν έχουν ούτε καν προσωπικό γιατρό στο ΓεΣΥ.
Σε όλα αυτά προστίθεται και το ποιοτικό κριτήριο που εφαρμόζει ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας, μεταξύ άλλων για σκοπούς αποζημίωσης των προσωπικών γιατρών, βάσει του οποίου οι προσωπικοί γιατροί δεν πρέπει να ξεπερνούν καθορισμένο αριθμό παραπεμπτικών προς ειδικούς γιατρούς κάθε μήνα.
Ο περιορισμός αυτός κάνει τους γιατρούς ακόμα επιφυλακτικούς με αποτέλεσμα κάποιοι εξ αυτών, όταν συμπληρώσουν ή βρίσκονται πολύ κοντά στο καθορισμένο από τον ΟΑΥ όριο, να αναβάλλουν την παραπομπή ασθενών τους στους ειδικούς γιατρούς που χρειάζονται.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση ασθενούς που επικοινώνησε με το Παρατηρητήριο Δικαιωμάτων των Ασθενών της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου.
Ο ασθενής έπειτα από επίσκεψη σε ειδικό γιατρό, ένιωσε την ανάγκη να λάβει και δεύτερη γνώμη. Ως εκ τούτου αποτάθηκε στον προσωπικό του γιατρό για να του εκδόσει εκ νέου παραπεμπτικό.
«Κατά την επικοινωνία τους με τον προσωπικό γιατρό για έκδοση του παραπεμπτικού ενημερώθηκε ότι αυτό δεν είναι δυνατό να εκδοθεί άμεσα, καθώς έχει συμπληρωθεί ο επιτρεπόμενος αριθμός παραπεμπτικών (του προσωπικού γιατρού) και θα έπρεπε να αναμένουν την έκδοση νέου παραπεμπτικού σε μεταγενέστερο χρόνο».
Διέγραψε και το παραπεμπτικό και τον δικαιούχο
Σε ό,τι αφορά τις διαγραφές δικαιούχων από τους προσωπικούς γιατρούς, το Παρατηρητήριο ασθενών επίσης έλαβε σχετικά παράπονα:
· «Ασθενής με χρόνια πνευμονοπάθεια και ιστορικό καρκίνου μαστού ζήτησε από τον προσωπικό της γιατρό την έκδοση παραπεμπτικού για εξέταση σχετικά με το ιστορικό της. Ωστόσο, όταν επικοινώνησε για διευθέτηση ραντεβού, διαπίστωσε ότι είχε εκδοθεί παραπεμπτικό προς γενικό χειρουργό αντί προς πλαστικό χειρουργό. Κατά την επικοινωνία της με τον προσωπικό γιατρό για το θέμα αυτό, όπως υποστήριξε, δέχθηκε επιθετική συμπεριφορά και της υποδείχθηκε από τον ίδιο να αλλάξει γιατρό, εάν δεν ήταν ικανοποιημένη. Δύο ημέρες αργότερα, κατά την επίσκεψή της σε ειδικό γιατρό, ενημερώθηκε ότι είχε ακυρωθεί το σχετικό παραπεμπτικό, καθώς και το παραπεμπτικό προς τον γενικό χειρουργό. Στη συνέχεια διαπίστωσε ότι ο προσωπικός γιατρός την είχε διαγράψει και από τον κατάλογό του, καταχωρώντας ως αιτιολογία «ανάρμοστη συμπεριφορά».
· Σε δεύτερη περίπτωση πολίτης ανέφερε ότι ζήτησε παραπεμπτικό για προγραμματισμένη αξιολόγηση του σε ογκολογικό κέντρο, όπου παρακολουθείται ανά εξάμηνο. Ο προσωπικός γιατρός αρνήθηκε να εκδώσει το συγκεκριμένο παραπεμπτικό και τον πληροφόρησε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του θα πρέπει να εγγραφούν σε άλλον προσωπικό γιατρό και ότι προτίθεται να τους διαγράψει από τον κατάλογό του εντός μίας εβδομάδας. Ο ασθενής ανέφερε ότι ζήτησε να επισκεφθεί το ιατρείο του προσωπικού γιατρού προκειμένου να συζητήσουν το θέμα και να επιλυθεί η διαφορά, ωστόσο ο γιατρός αρνήθηκε».
Τα παράπονα που φθάνουν στην ΟΣΑΚ, ανέφερε στον «Φ» ο πρόεδρος της ομοσπονδίας Μίλτος Μιλτιάδους, «είναι ενδεικτικά μιας κατάστασης που δυστυχώς παρατηρείται από τις πρώτες κιόλας ημέρες εφαρμογής του ΓεΣΥ. Βεβαίως, στην πλειονότητα τους προσωπικοί γιατροί και δικαιούχοι, στη βάση μελετών, έχουν βρει τις μεταξύ τους ισορροπίες, αλλά παρατηρούμε ότι κάποια φαινόμενα εξακολουθούν να υφίστανται και κρίνουμε σκόπιμο να τα επισημάνουμε».
Ο θεσμός του προσωπικού γιατρού, «αποτελεί ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του ΓεΣΥ. Όλοι λέμε ότι πρέπει να τον ενισχύσουμε. Για να μπορέσουμε να τον ενισχύσουμε πραγματικά πρέπει να αναλύσουμε ένα ένα τα προβλήματα που φαίνεται να υπάρχουν. Από τη μια δεν μπορούν οι δικαιούχοι να αποφασίζουν από μόνοι τους ότι χρειάζονται παραπεμπτικό, από την άλλη δεν μπορεί ο γιατρός να τους διαγράφει ή να τους απειλεί με διαγραφή. Επίσης, δεν μπορεί ο γιατρός να λέει ότι ο ασθενής χρειάζεται παραπομπή αλλά αυτή θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο επειδή συμπλήρωσε τον αριθμό που ο ΟΑΥ έχει καθορίσει ως ανώτατο όριο. Αυτό δυσκολεύει και τον γιατρό και σίγουρα έχει επιπτώσεις στην έγκαιρη εξυπηρέτηση των ασθενών, οπόταν για αυτό το ζήτημα ίσως πρέπει να στραφούμε προς τον ΟΑΥ».
Σε κάθε περίπτωση, «η σχέση μεταξύ προσωπικού γιατρού και δικαιούχου, είναι ίσως το κλειδί για την ομαλή και σωστή λειτουργία ολόκληρου του ΓεΣΥ. Τα φαινόμενα που εξακολουθούν να καταγράφονται πρέπει να τα δούμε με ιδιαίτερη προσοχή. Ενδεχομένως ένας τρόπος για διαρκή αξιολόγηση του κάθε γιατρού να είναι η κατά τακτά χρονικά διαστήματα συμπλήρωση ερωτηματολογίου από τους δικαιούχους, κατά τα πρότυπα της δήλωσης ικανοποίησης που εφαρμόζεται για τα νοσοκομεία».
Συνολικά 44 παράπονα καταγράφηκαν τον Ιούνιο.
Τον περασμένο μήνα το Παρατηρητήριο Ασθενών δέχθηκε συνολικά 44 παράπονα από ασθενείς ή συγγενείς ασθενών ή και επαγγελματίες υγείας.
Όπως επισημαίνει η ΟΣΑΚ, «τα περισσότερα περιστατικά αφορούσαν ζητήματα πρόσβασης των ασθενών σε υπηρεσίες υγείας, όπως για παράδειγμα, δυσκολία στον προγραμματισμό ραντεβού, καθυστερήσεις στην παροχή υπηρεσιών και εμπόδια στην έγκαιρη εξυπηρέτηση των ασθενών».
Παράλληλα, «σημαντικός αριθμός παραπόνων σχετιζόταν με την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας, τη συμπεριφορά και εξυπηρέτηση από ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς και με θέματα που αφορούσαν επιδόματα και κοινωνικές παροχές, οικονομικές επιβαρύνσεις, φάρμακα και, σε περιορισμένο βαθμό, περιστατικά πιθανής ιατρικής αμέλειας.
Τα παράπονα αφορούσαν κυρίως νοσηλευτήρια, γιατρούς και τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ). Επιπρόσθετα, υποβλήθηκαν παράπονα που αφορούσαν το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες (ΤΚΕΑΑ), το Υπουργείο Υγείας, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και μεμονωμένες περιπτώσεις που αφορούσαν ακτινοδιαγνωστικά κέντρα και άλλους φορείς.
«Η συνολική εικόνα των παραπόνων του Ιουνίου καταδεικνύει ότι οι πολίτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις τόσο στην πρόσβαση όσο και στην παροχή υπηρεσιών υγείας, ενώ παράλληλα παραμένει έντονη η ανάγκη για καλύτερη ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματα, τις κοινωνικές παροχές και τις διαθέσιμες διαδικασίες».