Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση της Γερμανίδας μεσίτριας, η οποία κατηγορείται για σφετερισμό ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα, με την οποία ζητούσε άδεια για καταχώριση προνομιακών ενταλμάτων «certiorari» και «prohibition», με στόχο την ακύρωση ενδιάμεσης απόφασης του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας και την αναστολή της δίκης της.

Η αιτήτρια, η οποία συνελήφθη στο αεροδρόμιο Λάρνακας και τελεί υπό κράτηση από τις 5 Ιουλίου 2024, αντιμετωπίζει ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας κατηγορίες που αφορούν συναλλαγές ακίνητης ιδιοκτησίας στα κατεχόμενα, χωρίς την έγκριση των νόμιμων ιδιοκτητών (ποινική υπόθεση 11021/2024).

Η υπεράσπιση προσέβαλε τη νομιμότητα τεσσάρων Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας (ΕΕΕ), τις οποίες εξασφάλισε η κατηγορούσα αρχή από Επαρχιακούς Δικαστές της Λευκωσίας το 2024 και μέσω των οποίων συλλέχθηκε μαρτυρία από τις γερμανικές αρχές. Υποστήριξε ότι οι εντολές εκδόθηκαν από αναρμόδιο δικαστήριο και ότι κοινοποιήθηκαν στην κατηγορούμενη μόλις στις 3 Μαρτίου 2025 – οκτώ και πέντε μήνες, αντίστοιχα, μετά την έκδοση και εκτέλεσή τους – στερώντας της το δικαίωμα να τις αμφισβητήσει και πλήττοντας το δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη.

Ο δικαστής Αλέξανδρος Παναγιώτου, με απόφασή του ημερομηνίας 11 Ιουνίου, απέρριψε και τους δύο ισχυρισμούς. Όπως σημείωσε, ο εναρμονιστικός Νόμος 181(Ι)/2017 καθορίζει «με σαφήνεια» ως κυπριακή αρχή έκδοσης το κατά τόπον αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο και, ως εκ τούτου, «δεν τίθεται ζήτημα έκδοσης των υπό κρίση ΕΕΕ από αναρμόδια αρχή».

Ως προς την καθυστερημένη κοινοποίηση, το Δικαστήριο παρέπεμψε στον «κανόνα της εμπιστευτικότητας»: ούτε η Οδηγία 2014/41/ΕΕ ούτε ο νόμος επιβάλλουν χρονική προθεσμία κοινοποίησης, η οποία επιτρέπεται μετά την εκτέλεση των εντολών, «ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους». Εάν ο ύποπτος ή κατηγορούμενος ενημερωνόταν εκ των προτέρων για μέτρα όπως η άρση τραπεζικού απορρήτου ή οι κατ’ οίκον έρευνες, «θα μπορούσε να καταστρέψει αποδεικτικά στοιχεία», αναφέρεται στην απόφαση.

Το Δικαστήριο επεσήμανε, επιπλέον, ότι η αιτήτρια «δεν έδωσε καμία λογική εξήγηση γιατί δεν ζήτησε από το αρμόδιο Δικαστήριο παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης», τονίζοντας ότι «δεν υπήρχε κανένα ανυπέρβλητο νομικό κώλυμα αμφισβήτησης της έκδοσης και εκτέλεσης των ΕΕΕ» εκ μέρους της, παρά την καθυστερημένη γνωστοποίησή τους.

Καταληκτικά, ο κ. Παναγιώτου έκρινε ότι από την ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου δεν διαφαίνεται «εκ πρώτης όψεως έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης» και ότι η αιτήτρια δεν κατέδειξε «συζητήσιμο ζήτημα» που να δικαιολογεί την παροχή άδειας. Με την απόρριψη της αίτησης, η εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας συνεχίζεται κανονικά.

ΚΥΠΕ