Ο Κρίστοφερ Νόλαν ψηλαφίζει το ενοχικό τραύμα του Οδυσσέα σε μια επική, κινηματογραφική ψυχοθεραπεία.

Το οπτικό τούνελ

Πριν από την προβολή της, η κατά Νόλαν «Οδύσσεια» θύμιζε τον μυθολογικό «Άτλαντα»: κουβαλούσε έναν ουρανό από σχόλια, υποδείξεις και αφορισμούς. Επηρεασμένος από την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» είδα και τις δικές μου ενστάσεις να φουσκώνουν, σαν την τρικυμισμένη θάλασσα. Από τη μια το κάθετο μάτι του Πολύφημου, από την άλλη ο «Κανένας» που χάθηκε στον δρόμο, οι Λωτοφάγοι, ο Αλκίνοος, η Ναυσικά και το νησί των Φαιάκων που είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης…

Παράλληλα, το ταξίδι του Οδυσσέα φάνταζε τελείως ανοίκειο και ψυχρό. Ήταν κλεισμένο, θαρρούσες, σε καβαφικά  «μεγάλα κι υψηλά τείχη», τείχη που χτίστηκαν «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ». Σκέφτηκα πως η απόκοσμη αίσθηση οφειλόταν στις IMAX κάμερες των 65 χιλιοστών, οι οποίες μεγέθυναν τα πάντα κι έκαναν την απόσταση ανάμεσα στον ήρωα και το φόντο, σχεδόν δυσθεώρητη. Τεχνικά αυτή είναι μία απολύτως λογική εξήγηση, αφού το γιγάντιο βάθος πεδίου τείνει να μεταμορφώνει τη μεγάλη οθόνη σε οπτικό τούνελ. Αλλά, ο βαθύτερος λόγος της αισθητικής μου αποξένωσης αποκαλύφθηκε όταν ξεκίνησε η πιο γκροτέσκα και  ανησυχητική σκηνή της ταινίας. Όταν η Κίρκη έπιασε να μεταμορφώνει τους τρωικούς πολεμιστές σε γουρούνια, όπως ο γλύπτης τον πηλό.

Τα τραύματα της Κίρκης

Στην «Οδύσσεια» του Νόλαν η Κίρκη δεν είναι τόσο μάγισσα, όσο είναι καθρέφτης. Επάνω της αντικρύζουν οι σύντροφοι του Οδυσσέα το αληθινό τους πρόσωπο, βουτηγμένο ακόμα στο αίμα του πολέμου. Είναι οι σφαγείς των νηπίων, οι απάνθρωποι βιαστές, οι καταστροφείς ιερών και οσίων. Μετά τη λεηλασία της Τροίας έχουν παλινδρομήσει από την ανθρώπινη φύση, ζώα που ακολουθούν τυφλά τις χειρότερες παρορμήσεις, χωρίς καρδιά και ψυχή. Καθώς παρακολουθούμε την -εξαίρετη, παρεμπιπτόντως- Σαμάνθα Μόρτον να «πλάθει» τα πρόσωπα των θυμάτων της κι από τις μύτες τους να σχηματίζονται γουρουνόμορφα ρύγχη, ξέρουμε πως η ηθική τους κατάπτωση είναι οριστική.

Ακόμα και όταν επαναφέρει τους βετεράνους πολεμιστές στην αρχική τους ανθρώπινη μορφή, τη θεωρεί σαν προσωπείο. Στο βάθος, τους εκλαμβάνει σαν ζώα. Η αμυντική στάση της «μάγισσας» φανερώνει κάποιο δικό της ανείπωτο προσωπικό τραύμα. Ταυτόχρονα -ακριβώς όπως η επεισοδιακή διαφυγή από το σπήλαιο  του Κύκλωπα και η εχθρική υποδοχή των Λαιστρυγόνων- αποτυπώνει τα σκοτεινά χρώματα του νέου κόσμου, χτισμένου πάνω στις στάχτες της Τροίας. Το συναίσθημα που πλέον κυριαρχεί δεν είναι η φιλοξενία, αλλά η καχυποψία. Και ο βασιλιάς της Ιθάκης είναι ο βασικός υπεύθυνος για τη δυστοπία.

Οι ενοχές του Οδυσσέα

Όχι τυχαία, η ταινία ξεκινά με την εικόνα του Δούρειου Ίππου βυθισμένου στην παραλία. Με τον «απαραίτητο» θάνατο του ανυποψίαστου νεαρού Σίνωνα -ένας χαρακτήρας που προέρχεται από την Αινιάδα του Βιργίλιου- προκειμένου να αλωθεί η Τροία. Ο Οδυσσέας θα πληρώσει το νόμισμα για την παραπλάνηση σαν υψωθεί θριαμβευτής επάνω στο καράβι. Στην κατά Νόλαν «Οδύσσεια» είναι ακριβώς γι’ αυτό που κατεβαίνει ο ήρωας στον Άδη. Η Νέκυια είναι το ενοχικό, εσωτερικό του ταξίδι, προκειμένου να συναντήσει τα θύματα της πανουργίας του, τους άθαφτους νεκρούς του πολέμου και της συμφοράς. Ο σκηνοθέτης, τους βυθίζει στην μαύρη άμμο και τους αφήνει να μιλάνε πνιγμένοι -θαρρείς με το αίμα τους- σε ένα τόπο νεκρό από ήχο και φως.

Ο Σίνωνας του Νόλαν είναι ο ταπεινός στρατιώτης που θυσιάζεται -άθελά του- σε βωμούς αιμοβόρων «θεών» με κοστούμια και πανοπλίες. Ο κόσμος της ενοχής δεν συνοδεύεται από μουσικές και τραγούδια αλλά από Σειρήνες, αντηχεία της αφυπνισμένης συνείδησης. Ο Οδυσσέας καταφέρνει να τις αντιμετωπίσει, γι’ αυτό και είναι ο μόνος επιβιώσαντας – κι ας είναι στο τέλος ζωντανός-νεκρός. Η νέκρωση του εαυτού και της ανάγκης  -ιδιαίτερα της σωματικής- τον οδηγεί μακριά από τα ιερά βόδια του Ήλιου και κοντύτερα στην Ιθάκη.   

Η ψυχοθεραπεία της Καλυψώς

Στο ψυχικό τοπίο της νολανικής «Οδύσσειας» οι λωτοί είναι φάρμακο για τη μετατραυματική μελαγχολία, για την άμβλυνση της επώδυνης, μεταπολεμικής μνήμης. Η γοητευτική Καλυψώ -της Σαρλίζ Θερόν- δεν είναι παρά ψυχοθεραπεύτρια. Αιχμαλωτίζει τον Οδυσσέα μέχρι τη στιγμή που είναι έτοιμος να αντικρύσει τα φαντάσματα, να αγγίξει τις πληγές. Μονάχα τότε αναχωρεί για την επιστροφή: όταν γίνεται ο Κανένας, όχι ο βασιλιάς της Ιθάκης. Όταν αφήνεται μόνος, γυμνός από τίτλους και στρατιώτες πάνω σε ξύλινη σχεδία, όταν σταματά να παλεύει με τους ανέμους και τους εφιάλτες. Αυτό το ταξίδι είναι πια δικό του, κανένας Ερμής δεν θα το συντροφέψει. Γιατί ο ενοχικός Οδυσσέας του Νόλαν -και σε ένα βαθμό του Ομήρου- έχει καταργήσει τον ομορφότερο νόμο: εκείνο του Ξένιου Δία, ο οποίος καλεί το ανθρώπινο χέρι να απλωθεί ευγενικά στον άλλον, τον Ξένο που έχει ανάγκη.

Στον κόσμο του παντοτινού πολέμου, η ωραία μας Ελένη έχει χαρακωμένο το πρόσωπο και η θεά Αθηνά είναι η ιέρεια που σφαγιάστηκε από ανθρώπινο χέρι στα κράσπεδα ενός σπασμένου αγάλματος. Γι’ αυτό η όμορφη Ιθάκη δείχνει αφιλόξενη, το νήμα στον αργαλειό ξετυλίγεται και οι εξουσιομανείς μνηστήρες συνωμοτούν διασκεδάζοντας. Η εξομολόγηση του Οδυσσέα (Ματ Ντέιμον) στην αγαπημένη του Πηνελόπη (Αν Χάθαγουεϊ) είναι μια παραβολή που διατρέχει τους αιώνες. Η ελεγεία για την «αθώα» Εποχή του Χαλκού εξιστορεί ουσιαστικά τον κόσμο μετά τον Β’ Παγκόσμιο, ανοιχτό παράθυρο στο όνειρο της ειρήνης. Πριν το όνειρο σβήσει εφιαλτικά στις στάχτες κάποιας σύγχρονης Τροίας…  

Ελεύθερα, 26.07.2026