ΠΡΟΣΟΧΗ: Το κείμενο περιέχει σπόιλερ.

Πόσα σπόιλερ μπορεί να κάνει κανείς για ένα έργο που γράφτηκε πριν από σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια και το γνωρίζουν οι πάντες; Θα επιστρέψει άραγε ο Οδυσσέας στην Ιθάκη; Θα αποδεκατίσει τους ασύδοτους στη μνηστηροφονία;

Κι όμως, η εκδοχή του Κρίστοφερ Νόλαν έχει τόσες αυθαιρεσίες, ποιητική αδεία πάντα, που ενδέχεται να σας το χαλάσω αν συνεχίσετε να διαβάζετε αυτό το κείμενο. Κανένα πρόβλημα για τις αυθαιρεσίες αν είναι αφηγηματικά αιτιολογημένες, αν αποτελούν μέρος μιας συνεκτικής νέας ανάγνωσης. Κατά τη γνώμη μου κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, στο βαθμό που θα αναμέναμε από ένα εγχείρημα εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων με την υπογραφή ενός προβεβλημένου δημιουργού.

Ο ίδιος φρόντισε από νωρίς να μας προειδοποιήσει ότι δεν τον ενδιαφέρει η πιστή αναπαράσταση της Οδύσσειας (αυτό θα ήταν αδύνατο και ίσως και αχρείαστο) όσο μια προσωπική ανάγνωση. Δεκτό. Το κύριο πρόβλημα δεν είναι οι πολλές αυθαίρετες πρωτοβουλίες.

Οι μεγάλες διασκευές ανέκαθεν το έκαναν αυτό. Αυτό που «κλωτσάει» πιο πολύ είναι ότι οι επιλογές του δεν οδηγούν ούτε σε μια νέα ερμηνεία του ομηρικού κόσμου, αλλά μάλλον σε μια απλουστευτικότερη και ρηχότερη εκδοχή του, ούτε λειτουργούν εμβυθιστικά για τον θεατή απέναντι σε μια εναλλακτική εκδοχή του ομηρικού έπους.

Η πιο χαρακτηριστική απόφαση αφορά ολόκληρο τον αφηγηματικό σκελετό του έπους. Οι Λωτοφάγοι εξαφανίζονται, ενώ οι Φαίακες –ίσως το κομβικότερο δραματουργικό εύρημα του Ομήρου– αφαιρούνται ολοκληρωτικά. Κι όμως, ακριβώς στο νησί τους οικοδομείται η μεγάλη αναδρομική αφήγηση του Οδυσσέα, εκεί όπου ο ήρωας ξεβράζεται ως παρείσακτος ξένος και αποκτά ξανά τη φωνή και την ταυτότητά του.

Ο Νόλαν μεταφέρει αυτή τη λειτουργία στην Ωγυγία. Η Καλυψώ γίνεται και Ναυσικά και Λωτοφάγος- αποδέκτης αποσπασματικών αναμνήσεων. Το σχεδόν αστείο είναι ότι φτάνει να προσφέρει συστηματικά στον Οδυσσέα λωτό, ώστε να εξηγηθεί πιο εύκολα στο αγγλοσαξονικό κυρίως μυαλό η αιτία που παρέμεινε επτά χρόνια κοντά της. Πρόκειται για μια αφηγηματικά βολική σύνθεση διαφορετικών επεισοδίων, η οποία καταργεί τη λογική και την αρχιτεκτονική του ίδιου του έπους.

Έπειτα, όταν τελικά ο Οδυσσέας εγκαταλείπει την Ωγυγία, η θάλασσα βολικά τον… βγάζει στην Ιθάκη, παραλείποντας 5-6 ραψωδίες.

Παρόμοια αντιμετώπιση έχουν και άλλα θεμελιώδη επεισόδια. Η Νέκυια διεκπεραιώνεται βιαστικά σε μια μαύρη και άραχλη παραλία, σαν μια απαραίτητη στάση της πλοκής. Εμφανίζονται μόνο οι νεκροί που εξυπηρετούν την αφήγηση. Μεταξύ άλλων, απαλείφεται η συγκλονιστική συνάντηση με τη μητέρα του, της οποίας τον θάνατο αγνοούσε ο Οδυσσέας, όπως και η περίφημη συνομιλία με τον Αχιλλέα.

Η κυκλώπεια ραψωδία εκτελείται σχεδόν μηχανικά και εντυπωσιοθηρικά χωρίς τη λεκτική μονομαχία που κάνει αξέχαστη τη σύγκρουση. Ο Πολύφημος είναι ένα κακοφτιαγμένο, φανερά χαμηλής νοημοσύνης τέρας με κάθετο μάτι. Αντί για την ευφυΐα των ομηρικών διαλόγων, απομένουν μερικές ατάκες του Οδυσσέα που κουμπώνουν καλύτερα με σύγχρονο blockbuster.

Στον Όμηρο ο πολυμήχανος Οδυσσεύς υπάρχει κυρίως μέσα από τον λόγο. Είναι πολύμητις, αλλά και δεινός ρήτορας. Πείθει, εξαπατά, αφηγείται, αυτοσχεδιάζει. Κυριότερο προσόν του είναι η αυτοκυριαρχία και η ευφυΐα του. Οι μεγάλες σκηνές του είναι σκηνές διαλόγου: με τον Πολύφημο, τη Ναυσικά, τον Αλκίνοο, τον Εύμαιο, την Πηνελόπη, ακόμη και τους νεκρούς.

Ο Νόλαν του αφαιρεί αυτή τη διάσταση, ο Ματ Ντέιμον είναι τζαναμπέτης, λιγομίλητος και διαρκώς εσωστρεφής, πνιγμένος στις τύψεις, σαν βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου με μετατραυματικό στρες.

Το πιο ενοχλητικό είναι ότι γενικότερα το νήμα της αφήγησης πάσχει από μια ανακόλουθη ταλάντωση. Σε ορισμένα σημεία η ταινία τρέχει με ταχύτητα εξπρές, πηδώντας από επεισόδιο σε επεισόδιο και από ραψωδία σε ραψωδία, ενώ αλλού τραβάει χειρόφρενο και δίνει χώρο σε εκτενείς αιθερολογίες και αφορισμούς που δύσκολα ξεφεύγουν από την κοινοτοπία.

Ο Νόλαν επιχειρεί βεβιασμένα να συνδέσει τον Όμηρο με τη σύγχρονη παρακμή των πολιτισμών, λες και το διαχρονικό έπος χρειάζεται δεκανίκια για να το πετύχει αυτό. Έτσι, οι αναλογίες που προτείνει μοιάζουν περισσότερο δηλωτικές παρά οργανικά ενσωματωμένες στο έργο.

Η ταινία επιχειρεί ακόμη να δώσει συγκεκριμένη μορφή στο τραγούδι των Σειρήνων, έστω και ως περιγραφή από τον μόνο άνθρωπο που το άκουσε και επέζησε: τον σφιχτοδεμένο Οδυσσέα. Είναι μια απόφαση εξαιρετικά φιλόδοξη όσο και ριψοκίνδυνη. Στο δικό μου αισθητήριο το αποτέλεσμα είναι το ακριβώς αντίθετο. Η δύναμη αυτού του επεισοδίου βρισκόταν πάντοτε στο ότι το σαγηνευτικό τραγούδι δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Η γοητεία του γεννιέται ακριβώς από το μυστήριο.

Για τον Δούρειο Ίππο: Η αφήγηση του Μενέλαου για τις ώρες που οι Αχαιοί παρέμεναν κρυμμένοι μέσα είναι από τις στιγμές όπου η επιδίωξη ενός εντελώς αχρείαστου ρεαλισμού λειτουργεί εις βάρος του μύθου. Η ταινία επιμένει στις ασφυκτικές, αποκρουστικές συνθήκες διαβίωσης μέσα στο ξύλινο άλογο, στην εξάντληση και ακόμη και στις σωματικές τους ανάγκες (!), σε βαθμό που η όλη επιχείρηση αρχίζει να μοιάζει σχεδόν παράλογη.

Αν το άλογο ήταν τόσο ασήκωτο και γεμάτο με ανθρώπους, δύσκολα πιστεύει κανείς ότι οι Τρώες δεν θα είχαν αντιληφθεί πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Αντί να ενισχύει την αληθοφάνεια, η σκηνή υπονομεύει την ίδια την πειστικότητα του τεχνάσματος. Η περιγραφή παραπέμπει περισσότερο σε εφιάλτη επιβίωσης παρά σε θρίαμβο στρατηγικής κι εμένα μου θύμισε περισσότερο… την έμμετρη, σεξουαλικού περιεχομένου, παρωδία για την Ιλιάδα με την οποία σαχλαμαρίζαμε στα σχολικά μας χρόνια.

Στο μεταξύ, η πολυσυζητημένη συμπεριληπτική διανομή μοιάζει ξεκάθαρα να υπηρετεί, δυστυχώς, περισσότερο τη σύγχρονη κινηματογραφική σύμβαση παρά το καλλιτεχνικό όραμα. Δεν είναι το χρώμα του δέρματος της Ελένης και της Κλυταιμνήστρας (ή της μικρής Ιφιγένειας και της Αθηνάς) ή η παρουσία του Έλιοτ Πέιτζ ως Σίνωνα (και όχι Αχιλλέα) που δημιουργούν το πρόβλημα. Είναι ότι οι επιλογές αυτές μοιάζουν κάπως ξεκούδουνες, φορεμένες και επιτηδευμένες και δεν φαίνεται να προσθέτουν κάποιο νέο ερμηνευτικό επίπεδο που να δένει αρμονικά με το όλο πρότζεκτ, μένοντας τελικά στην… επιδερμίδα.

Δύσκολα θα βαρεθείτε, γιατί δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την τεχνική αρτιότητα της παραγωγής. Η φωτογραφία, η κλίμακα των σκηνών, ο σχεδιασμός των χώρων και η συνολική εικαστική ταυτότητα επιβεβαιώνουν ότι ο Νόλαν εξακολουθεί να είναι ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του σύγχρονου κινηματογράφου. Ο οπτικός κόσμος της ταινίας είναι σαφώς πιο εμπνευσμένος από τον αφηγηματικό της. Αρκεί για να μας «ταξιδέψει»; Επαφίεται στον καθένα.

Ίσως εκεί να βρίσκεται και η μεγαλύτερη απογοήτευση. Δεν αποτυγχάνει ένας μέτριος σκηνοθέτης απέναντι σε ένα αριστούργημα. Τρώει επικά τα μούτρα του ένας auter που μας έχει συνηθίσει να μετατρέπει τα πιο περίπλοκα αφηγηματικά παζλ σε συναρπαστικό κινηματογράφο. Έβγαλε άκρη με τα πιο αινιγματικά σενάρια, όπως του «Memento», του «Inception», του «Tenet» κι έχασε τον μπούσουλα στην Οδύσσεια που η ιστορία είναι πασίγνωστη και ο Όμηρος του την είχε στο πιάτο.

Το ομηρικό έπος δεν είναι τοτέμ, ούτε ιερό κείμενο που απαγορεύεται να διασκευαστεί και να ανακατευτεί με ολίγον από Βιργίλιο και Νόλαν. Και σίγουρα, δεν υπάρχει πιο αστείο επιχείρημα από το να επικαλείται κάποιος την «ιστορική τεκμηρίωση» για ένα επικό ποίημα γεμάτο μυθολογικά στοιχεία, θεούς, τέρατα και υπερφυσικά επεισόδια.

Ωστόσο, είναι ένα λογοτεχνικό οικοδόμημα του οποίου η αρχιτεκτονική είναι τόσο ευφυής, ώστε όταν αφαιρείς τους δοκούς που το στηρίζουν, αρχίζει να τρίζει. Και, δυστυχώς, οι τριγμοί αυτοί στην πολυσυζητημένη ταινία είναι σε ορισμένα σημεία ανατριχιαστικοί.