Η ελληνική σκηνή αποχαιρετά μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της. Η Μάρω Κοντού πέθανε σήμερα, Τετάρτη 15 Ιουλίου, σε ηλικία 92 ετών, ύστερα από τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα. Την είδηση του θανάτου της μετέδωσαν ελληνικά μέσα ενημέρωσης το πρωί της Τετάρτης.

Είχε περάσει μια μεγάλη περιπέτεια με την υγεία της και νοσηλεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην καρδιολογικό και την πνευμονολογική κλινική του νοσοκομείου Αττικόν. Μόλις πριν λίγες ημέρες πριν, μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο Αττικόν, είχε κάνει την τελευταία της τηλεοπτική εμφάνιση, φανερά καταβεβλημένη, αλλά πάντε με το μοναδικό της μπρίο, αύρα και στιλ, στην εκπομπή για το τέλος της τελευταίας τηλεοπτικής δουλειάς που συμμετείχε, τη Γη της Ελιάς.

H ντίβα του Ελληνικού σινεμά

Υπήρξε μία από τις τελευταίες μεγάλες κυρίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Με μια καριέρα που εκτεινόταν σε περισσότερες από έξι δεκαετίες, άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, συνδυάζοντας την αστική φινέτσα, το υποκριτικό ταλέντο και μια σπάνια φυσική κομψότητα που την κατέστησαν διαχρονικό σύμβολο του ελληνικού πολιτισμού.

Γεννημένη ως Μαριάνθη Κοντού στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι της Αθήνας, με καταγωγή από τα Ψαρά, σπούδασε χορό και φιλολογία πριν ακολουθήσει τον δρόμο της υποκριτικής. Ξεκίνησε την πορεία της στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και γρήγορα ξεχώρισε τόσο στο θέατρο όσο και στη μεγάλη οθόνη. Σπούδασε στη σχολή χορού της Κούλας Πράτσικα (νυν Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης) και από το 1953 έως το 1958 συμμετείχε στο χορό του Αρχαίου Δράματος του Εθνικού Θεάτρου, όπου και διακρίθηκε.

«Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968)

Ως εξαιρετικό ταλέντο, πήρε άδεια ηθοποιού και γρήγορα καθιερώθηκε ως πρωταγωνίστρια, με πρώτη εμφάνιση, μετά το Εθνικό, στο έργο των Τσιφόρου – Βασιλειάδη «Η κυρία του κυρίου», που ανέβηκε το 1958 από τον θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου και της Μαίρης Αρώνη.

Η φυσική της παρουσία, το ευφυές χιούμορ και η υποκριτική της άνεση την έκαναν ιδανική πρωταγωνίστρια για τις κοινωνικές κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου. Συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους δημιουργούς και ηθοποιούς της εποχής και πρωταγωνίστησε σε δεκάδες ταινίες που παραμένουν μέχρι σήμερα αγαπημένες του κοινού.

Υπήρξε ιδανική παρτενέρ του Λάμπρου Κωνσταντάρα

Πρωταγωνίστρια στην χρυσή εποχή του Ελληνικού κινηματογράφου. Υπήρξε ιδανική παρτενέρ του Λάμπρου Κωνσταντάρα.

Ανάμεσα στις πιο γνωστές εμφανίσεις της συγκαταλέγονται οι ταινίες:

  • Η κυρία δήμαρχος
  • Μια τρελή τρελή οικογένεια
  • Ο φίλος μου ο Λευτεράκης
  • Κάτι κουρασμένα παλικάρια
  • Γοργόνες και μάγκες
  • Η χαρτοπαίχτρα
  • Μοντέρνα Σταχτοπούτα

Ιδιαίτερα αγαπητός παρέμεινε ο ρόλος της ως Ελένης Κοκοβίκου στην κλασική κωμωδία Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα, δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου. Αν και ο ρόλος αυτός δεν ήταν ο μοναδικός ούτε ίσως ο σημαντικότερος της καριέρας της, έγινε σημείο αναφοράς για γενιές θεατών και συνέδεσε το όνομά της με μία από τις πιο διαχρονικές ελληνικές ταινίες.

Παράλληλα με τον κινηματογράφο, η Μάρω Κοντού διέγραψε σπουδαία πορεία στο θέατρο, υπηρετώντας τόσο το κλασικό όσο και το σύγχρονο ρεπερτόριο. Μέχρι τα τελευταία χρόνια παρέμενε ενεργή, επιλέγοντας προσεκτικά τις εμφανίσεις της και απολαμβάνοντας τον σεβασμό συναδέλφων και κοινού.

Σημαντική ήταν και η παρουσία της στα τηλεοπτικά δρώμενα, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, με συμμετοχές σε επιτυχημένες σειρές που τη σύστησαν και στις νεότερες γενιές.

«…Η γυνή να φοβήται τον άνδρα»

Μία από τις αξέχαστες ερμηνείες της με τραγούδι που άφησε εποχή, πλάι στον Δημήτρη Χορν, «Πες μου μια λέξη» από την ταινία «Αλίμονο στους νέους» 1961.

Εκτός από την καλλιτεχνική της πορεία, ασχολήθηκε και με την πολιτική. Υπήρξε δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων και αργότερα εξελέγη βουλευτής Α’ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία, χωρίς ωστόσο να απομακρυνθεί ποτέ ουσιαστικά από την τέχνη, στην οποία επέστρεψε με την ίδια αφοσίωση.

Μια εποχή που δύει

Με τον θάνατο της Μάρως Κοντού κλείνει ακόμη ένα σημαντικό κεφάλαιο της γενιάς των μεγάλων πρωταγωνιστών του ελληνικού κινηματογράφου. Ανήκε σε εκείνη τη σπάνια ομάδα ηθοποιών που κατάφεραν να συνδυάσουν τη λαϊκή απήχηση με την καλλιτεχνική ποιότητα, αφήνοντας πίσω τους έργο που εξακολουθεί να προβάλλεται, να αγαπιέται και να συγκινεί.

Η παρουσία της δεν περιορίστηκε σε εμβληματικούς ρόλους ή κινηματογραφικές επιτυχίες. Υπήρξε μια προσωπικότητα με αξιοπρέπεια, επαγγελματισμό και διακριτικότητα, στοιχεία που της χάρισαν τον σεβασμό του θεατρικού κόσμου και την αγάπη του ελληνικού κοινού.

Η Μάρω Κοντού φεύγει αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία παρακαταθήκη και μια θέση ανάμεσα στις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής υποκριτικής του 20ού αιώνα.