Το κοστούμι της Οδύσσειας είναι πολύ φαρδύ. Χωράνε μέσα Βιργίλιοι, Δάντηδες, Τζόις, Καζαντζάκηδες, Αγγελόπουλοι, Κιούμπρικ, Καμερίνι, Νόλαν. Δεν το συζητάμε καν για Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη. Αν μη τι άλλο, η χολιγουντιανή υπερπαραγωγή του 2026 ανάγκασε πολλούς να ξεσκονίσουν τον Όμηρο. Επανήλθαν στο έπος, αναζήτησαν μεταφράσεις, κατέφυγαν σε μελετητές, βρήκαν την όρεξη να τσακωθούν στα μαρμαρένια αλώνια των social media για κάτι πιο ενδιαφέρον από τις συνήθεις ανοησίες του διαδικτύου.
Σε προηγούμενο κείμενο είχα σταθεί, με γνώμονα τις πρώτες μου εντυπώσεις, σε όσα μου άρεσαν κι όσα μου κλότσησαν κατά τη θέαση. Όσο καταλάγιαζαν μέσα μου, άρχισα να πιστεύω ότι το πραγματικό ενδιαφέρον -αλλά και το πρόβλημα- της ταινίας, δεν βρίσκεται στις επιμέρους σκηνοθετικές επιλογές, αλλά στον τρόπο με τον οποίο η εποχή μας διαβάζει τον Όμηρο.
Ο Κρίστοφερ Νόλαν, πάντως, διάβασε το ομηρικό «Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον» στην απόδοση της Έμιλι Γουίλσον: «Tell me about a complicated man». Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να τελειώνει εδώ. I rest my case, που λένε και οι αγγλοσάξονες. Αλλά ας το τραβήξουμε λίγο.
Η μετάφραση του «πολύτροπον» ως «complicated», δηλαδή ως «περίπλοκο» ή «σύνθετο», παραπέμπει στον τρόπο που περιγράφουμε την ερωτική μας ζωή στο Facebook κι όχι την ομηρική μήτι. Ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο ερωτισμός δεν τρέχει και από τα μπατζάκια στις ταινίες του Νόλαν κι ας σταθούμε στο ότι η ίδια η Γουίλσον βγήκε δημόσια και εξέφρασε επιφυλάξεις για το νολανικό δημιούργημα, καταλογίζοντάς του ότι προσπάθησε να τα συμπεριλάβει όλα αφήνοντας εκτός θέματα ουσιώδους σημασίας.
Ακόμη χειρότερα, η ταινία απομακρύνεται ακόμη κι από την απλοϊκή απόδοση του «περίπλοκου». Ο Οδυσσέας είναι μουντρούχος, ενοχικός, εσωστρεφής. Ο πολυμήχανος ήρωας που συνέλαβε τον «ἵππου δόλον», είναι ένας σύγχρονος βετεράνος πολέμου που κουβαλά το βάρος του παρελθόντος του. Μιλάμε για μια μετατόπιση του ίδιου του πυρήνα του έργου.
Δεν απαγορεύεται, φυσικά. Σύγχρονος ο δημιουργός, σύγχρονη κι η οπτική του. Δεν υπάρχει μία και αδιαπραγμάτευτη ανάγνωση, εξάλλου, τέτοιων παντοτινών έργων. Ο ομηρικός Οδυσσέας, πάντως, είναι το αρχέτυπο του ανθρώπου που επιστρέφει για να αποκαταστήσει την τάξη. Είναι βασιλιάς, είναι πολιτικό πρόσωπο και το έπος ενδιαφέρεται για τη σχέση ανθρώπων και θεών, για τη νομιμότητα της εξουσίας, τη φιλοξενία, την τιμή, την επιβίωση μιας κοινότητας.
Οι θεοί, επίσης, στον Όμηρο, είναι πολιτικά πρόσωπα. Επηρεάζουν την έκβαση ενός πολέμου, υποστηρίζουν συγκεκριμένους βασιλιάδες, συνωμοτούν, διαπραγματεύονται, θυμώνουν, εκδικούνται, αλλάζουν συσχετισμούς. Στη… «Νολάνεια» σχεδόν εξαφανίζονται, με την εξαίρεση της φυσικής οργής του Ποσειδώνα και μιας Αθηνάς που περισσότερο μοιάζει με καλή νεράιδα. Συν Αθηνά και χείρα κίνει. Οι θεοί δεν αποφασίζουν για τη μοίρα των ανθρώπων, τη θέση τους παίρνει το τραύμα και η ενοχή.
Θέλει να μας πει ότι η νέα μεταφυσική της Δύσης είναι η ψυχολογία; Ίσως. Όμως ο Οδυσσεύς του Νόλαν και του Ντέιμον δεν απέχει πολύ από τον Μπάτμαν, ή τον Οπενχάιμερ και απέχει ακόμη λιγότερο από τον Λέοναρντ Σέλμπι του «Memento»: ένας αντιήρωας με προβλήματα μνήμης, στοιχειωμένος από το παρελθόν του.
Απορία: αν ο Οδυσσέας είναι ένας ενοχικός βετεράνος με ΔΜΤΣ, πώς εξηγείται ότι επιστρέφει στην Ιθάκη και μεταμορφώνεται σε αήττητη πολεμική μηχανή, ένας blockbuster υπερήρωας τύπου avenger, που εξοντώνει σχεδόν μόνος του δεκάδες ανθρώπους για να ακολουθήσει έπειτα η προσωπική του εξιλέωση; Μήπως, απλά το κοινό που πληρώνει έχει μάθει έτσι και πρέπει να αποζημιωθεί;
Από τον «Ταξιτζή», τον «Ελαφοκυνηγό» και το «Αποκάλυψη Τώρα!», μέχρι το «Platoon», τον «Ράμπο- Το πρώτο αίμα», το «The Hurt Locker» και αμέτρητες ακόμη ταινίες, ο αμερικανικός κινηματογράφος μεταφέρει την αφήγηση στο τραύμα του πολεμιστή, που από θύτης μετατρέπεται σε θύμα, ενώ όσοι άφησαν τα κοκαλάκια τους απέναντί του υποχωρούν καθοριστικά στο κάδρο.
Αυτό εμένα μου φέρνει στο νου την τάση που έχει περιγράψει η καθηγήτρια του LSE Λίλυ Χουλιαράκη ως «εργαλειοποίηση της ιδιότητας του θύματος» (The Weaponization of Victimhood), μια διαδικασία κατά την οποία η δημόσια προσοχή μετατοπίζεται από τις πολιτικές και ιστορικές σχέσεις ισχύος στη εσωτερική, συναισθηματική εμπειρία του ισχυρού. Το ζουμί είναι ότι το ηθικό κέντρο της αφήγησης μετακινείται, η πολιτική προσωποποιείται και ψυχολογικοποιείται.
Μπορούμε να καταπιούμε ότι οι ήρωες της ταινίας μιλούν αγγλικά κι ότι ο Τηλέμαχος αποκαλεί τον Οδυσσέα «dad». Αυτοί βάζουν τα λεφτά, είμαστε αναγκασμένοι να υποστούμε τον πολιτισμικό τους ηγεμονισμό. Αυτό που ξενίζει, όμως, είναι η απόπειρα να φορεθεί το κοστούμι που λέγαμε στην αρχή αποκλειστικά στα μέτρα του 21ου αιώνα, με φίλτρο προσωρινά εποχικά συνθήματα, πολύ- πολύ πέρα από οικουμενικές και διαχρονικές αλήθειες.
Δεν μπορώ να αφήσω ασχολίαστη την εικόνα του Αγαμέμνονα. Το κράνος, που παίζει γερά και στην οπτική ταυτότητα της ταινίας, είναι τόσο εκτός κλίματος που παραπέμπει σε κόμικς και στην πρόσφατη ποπ κουλτούρα, που ξεκινά από τους «300» του Σνάιντερ και φτάνει μέχρι video games και εξώφυλλα άλμπουμ heavy metal, μετατρέποντας τον αρχιστράτηγο των Αχαιών σε σκοτεινή καρικατούρα. Από τη μια η ταινία «νατουραλίζει» και αφαιρεί από την αφήγηση το υπερφυσικό, από την άλλη περνά την εικονογραφία της Εποχής του Χαλκού μέσα από τα φίλτρα της σύγχρονης μυθολογίας. Υποθέτω ότι οι φανατικοί του Νόλαν θα βρίσκουν χαριτωμένες ακόμη και τέτοιου είδους «πινελιές» αισθητικής αντίφασης και ασυνέπειας.
* Επειδή τη συζήτηση, δυσανάλογα και καταχρηστικά, μονοπωλεί η επιλογή της ηθοποιού για τον ρόλο της Ελένης, ας αποτολμήσω ένα μάλλον αιρετικό σχόλιο. Δεν ξέρω τα γούστα του Νόλαν, αλλά ξέρω ότι είναι αρκετά ευφυής ώστε να γνωρίζει ότι για πολλούς η Λουπίτα Νιόνγκο αποκλίνει από το παραδοσιακό ιδεώδες της γυναικείας ομορφιάς. Ακόμη περισσότερο, που την παρουσιάζει και παραμορφωμένη. Συνεπώς, όλο αυτό θα μπορούσε να διαβαστεί ως μεταμοντέρνα απόπειρα αποδόμησης του μύθου της «ωραιότερης γυναίκας» και απόρριψης της ανδρικής αφήγησης που την έκανε σύμβολο. Υπό μια έννοια, το λες και «ρατσιστικό» αυτό από πλευράς του. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή γυρίζει μπούμερανγκ. Μετατράπηκε σε μείζον γεγονός και αναπαράγει ακριβώς τον μηχανισμό που ισχυρίζεται ότι επικρίνει.
Ελεύθερα, 26.7.2026