«Πράσινο φως» για την αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας στην υπόθεση του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου άναψε την Παρασκευή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, απορρίπτοντας την ένσταση της υπεράσπισης και ανοίγοντας τον δρόμο για κρίσιμη κατάθεση ενώπιον του δικαστηρίου.

Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί τη συνέχιση της διαδικασίας, με τη νηπιαγωγό του ανήλικου να αναμένεται να καταθέσει την προσεχή Τρίτη ενώπιον του Δικαστηρίου.

Την απόφαση ανέγνωσε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, Παύλος Αγαπητός, μέσα από εκτενή ανάλυση 18 σελίδων, στο πλαίσιο της διαδικασίας για τον τραγικό θάνατο του ανήλικου το 2019.

Η ένσταση της υπεράσπισης αφορούσε τη δυνατότητα κατάθεσης ως αποδεικτικού στοιχείου των αναφορών, που φέρεται να είχε κάνει ο αποβιώσας προς την εκπαιδευτικό του, σχετικά με ισχυριζόμενη κακοποίηση που βίωνε.

Στην προηγούμενη δικάσιμο, η κατηγορούσα Αρχή είχε ζητήσει την αποδοχή των σχετικών αναφορών, υποστηρίζοντας ότι η απονομή της δικαιοσύνης επιβάλλει τη συνεκτίμηση της συγκεκριμένης εξ ακοής μαρτυρίας.

Στην απόφασή του, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το κυπριακό δίκαιο, μετά τη μεταρρύθμιση του 2004 με τον τροποποιητικό νόμο 32(Ι)/2004, δεν προβλέπει αυτόματο αποκλεισμό τέτοιου είδους μαρτυρίας, αλλά αξιολόγησή της με βάση το σύνολο των περιστάσεων κάθε υπόθεσης.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση «η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται αυτοδικαίως, αλλά υπόκειται σε δικαστική αξιολόγηση με βάση τη συνολική δικαιοσύνη της διαδικασίας», ενώ υπογραμμίζεται ότι η κρίση πρέπει να γίνεται «in concreto και όχι in abstracto».

Το Δικαστήριο σημειώνει, επίσης, ότι η απουσία δυνατότητας αντεξέτασης δεν συνεπάγεται αυτομάτως τον αποκλεισμό της μαρτυρίας, αλλά αποτελεί έναν από τους παράγοντες που συνεκτιμώνται στο πλαίσιο της συνολικής δίκαιης δίκης, σύμφωνα και με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι ζητήματα συμβατότητας με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη ενδέχεται να ανακύπτουν μόνο όταν η εξ ακοής μαρτυρία αποτελεί το μοναδικό ή καθοριστικό αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς επαρκείς αντισταθμιστικές εγγυήσεις.

Η προσέγγιση αυτή, σύμφωνα με το Δικαστήριο, συνδέεται άμεσα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία η χρήση εξ ακοής μαρτυρίας δεν εξετάζεται αφηρημένα, αλλά υπό το πρίσμα της συνολικής δίκαιης δίκης.

Εξάλλου, το Δικαστήριο αναφέρει ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, δεν δεσμεύεται από έναν αυτόματο κανόνα αποκλεισμού, αλλά οφείλει να συνεκτιμά το σύνολο των περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας αντεξέτασης, της αξιοπιστίας της πηγής της πληροφορίας και της αναγκαιότητας της προσέγγισης της συγκεκριμένης μαρτυρίας.

«Υπό το πρίσμα αυτό», ανέφερε ο κ. Αγαπητός, «η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα του αποδεικτικού δικαίου, αλλά μία κανονικά παραδεκτή μορφή αποδεικτικού υλικού, η οποία υπόκειται σε ενισχυμένο δικαστικό έλεγχο ως προς τη βαρύτητα και την αξιοπιστία της».

Πρόσθεσε ότι «η εξέταση της συμβατότητας της εξ ακοής μαρτυρίας με το άρθρο 6 της Σύμβασης δεν γίνεται αφηρημένα, αλλά σε συνάρτηση με το κατά πόσο η μη δυνατότητα αντεξέτασης αντισταθμίζεται επαρκώς από άλλες εγγυήσεις της δίκαιης δίκης», σημειώνοντας ότι «στο πλαίσιο αυτό, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπήρξε εξ ακοής μαρτυρία, αλλά αν η χρήση της οδήγησε σε διαδικασία που, στο σύνολό της, μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη».

Στο καταληκτικό μέρος της απόφασης, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει και συμπυκνώνει τη βασική του θέση, υπογραμμίζοντας ότι «η σύγχρονη νομολογιακή προσέγγιση δεν αντιμετωπίζει την εξ ακοής μαρτυρία ως εξαίρεση που χρήζει στενής ερμηνείας, αλλά ως μορφή αποδεικτικού υλικού που αξιολογείται εντός του συνολικού πλαισίου της δίκαιης δίκης».

Όπως σημειώνεται, «ο ρόλος του δικαστηρίου δεν εξαντλείται στην τυπική κρίση περί παραδεκτού, αλλά εκτείνεται στην ουσιαστική εκτίμηση της βαρύτητας και αξιοπιστίας του αποδεικτικού υλικού στο σύνολό του».

Παράλληλα, τονίζεται ότι «η εξ ακοής μαρτυρία δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά μόνο ως μέρος μιας ενιαίας αξιολογικής διαδικασίας, στην οποία κρίσιμη παραμένει η συνολική δικαιοσύνη της δίκης».

Καταληκτικά, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ευελιξία του ισχύοντος πλαισίου δεν συνιστά χαλάρωση των εγγυήσεων της υπεράσπισης, αλλά συνειδητή επιλογή υπέρ ενός συστήματος ουσιαστικής δικαιοσύνης, όπου κάθε αποδεικτικό μέσο αξιολογείται υπό το πρίσμα της αξιοπιστίας, της αναγκαιότητας και της συνολικής δίκαιης ισορροπίας της δίκης.

Η διαδικασία θα συνεχιστεί την Τρίτη, 30 Ιουνίου 2026, στις 11:00, με την κατάθεση της νηπιαγωγού του Στυλιανού, Κωνσταντίνας Παπαχριστοδούλου.

Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση, η οποία συνεχίζεται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αφορά διερεύνηση των συνθηκών θανάτου του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, με το Δικαστήριο να εξετάζει πιθανές ευθύνες τόσο εντός της οικογένειας όσο και από πλευράς κρατικών υπηρεσιών.

Η διαδικασία επικεντρώνεται κυρίως στο κατά πόσο υπήρξαν περιπτώσεις κακοποίησης ή παραμέλησης εντός της οικογένειας, εάν η μητέρα γνώριζε περιστατικά και δεν τα κατήγγειλε, καθώς και στο εάν οι αρμόδιοι λειτουργοί των ΥΚΕ αξιολόγησαν και χειρίστηκαν επαρκώς τις πληροφορίες που είχαν ενώπιόν τους.

ΚΥΠΕ