Ιούλιος μήνας, 52 χρόνια από το θλιβερό πρωινό της 15ης Ιουλίου 1974, όταν από το μοναδικό ραδιοφωνικό κανάλι που διαθέταμε τότε διακόπηκε απότομα, ώρα 8:20 το πρωί, «το πουκάμισο το θαλασσί» με τον Νταλάρα, για να γεμίσουν τα ερτζιανά με στρατιωτικά εμβατήρια σε παραμορφωμένο υψηλής έντασης ήχο που προκαλούσε ανατριχίλα. Ακολούθησε η φωνή της εκφωνήτριας να ανακοινώνει, πως η Εθνική Φρουρά παρενέβη για να σταματήσει «τον αδελφοκτόνον πόλεμον» και ότι ο Μακάριος είναι νεκρός.

Πέραν της προσωπικής αντίληψης περί τα γεγονότα όπως τα έζησα, στη μακρά δημοσιογραφική μου πορεία κατέγραψα πολλές μαρτυρίες, σε μορφή ντοκιμαντέρ, συνεντεύξεων, ρεπορτάζ, βιβλίων και άρθρων. Στόχος μου ήταν να διασωθούν αυθεντικές μαρτυρίες για τα γεγονότα, παρέχοντας ευκαιρία να ακουστούν όλες οι απόψεις, ακόμη και κάποιες που, όταν καταγράφηκαν και μεταδόθηκαν, θεωρήθηκαν αιρετικές, όπως η πολυσυζητημένη συνέντευξη με τον πραξικοπηματικό πρόεδρο Νίκο Σαμψών, για την οποία ο γράφων δέχθηκε σφοδρές επικρίσεις. Θεωρώ θετικό το γεγονός ότι εκδίδονται βιβλία με νέες μαρτυρίες, τόσο για το πραξικόπημα όσο και για την τουρκική εισβολή, ακόμη κι αν σε πολλές περιπτώσεις οι συγγραφείς τους, όπως Ελλαδίτες χουντικοί αξιωματικοί, Κύπριοι συνοδοιπόροι τους ή και της λεγόμενης μακαριακής παράταξης, παρουσιάζουν τα γεγονότα κατά τρόπο που, είτε ηρωοποιούν τον εαυτό τους, είτε δικαιολογούν και δικαιώνουν την τότε στάση τους. Ακόμη πιο σημαντικές είναι οι μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και, με την πάροδο των χρόνων, σε στιγμές διαφορετικής ενδεχομένως θεώρησης των πραγμάτων, αυτοκριτικής ή και μεταμέλειας, καταγράφουν αυθεντικές, αληθινές, τεκμηριωμένες μαρτυρίες ιστορικής αξίας.

Καταδρομείς καταθέτουν και αποκαλύπτουν

Χωρίς να υιοθετώ πλήρως ολόκληρο το περιεχόμενό του, στην κατηγορία βιβλίων που αξίζει να διαβαστούν και να αποτελέσουν πηγή άντλησης έγκυρων πληροφοριών, κατατάσσω και το ογκώδες, 664 σελίδων βιβλίο τού Σωτήρη Καϊττάνη «32α Μοίρα Καταδρομών, αποστολή και δράση της το μαύρο καλοκαίρι του 1974». Η σημαντικότητα του βιβλίου έγκειται στο γεγονός ότι, πέραν των προσωπικών μαρτυριών και απόψεων το συγγραφέα, έφεδρου τότε αξιωματικού των καταδρομών με συμμετοχή στο πραξικόπημα και ηρωική, όπως πολλοί ομολογούν, δράση στην εισβολή, αφ’ εαυτών αποκαλυπτικές, τολμηρές και ειλικρινείς, περιλαμβάνει άλλες, επώνυμες, ενυπόγραφες καταθέσεις από καταδρομείς, που πήραν μέρος τόσο στο πραξικόπημα όσο και στην εισβολή. Στο πλαίσιο αυτού του άρθρου, θα περιοριστούμε μόνο να ανιχνεύσουμε απαντήσεις σε ερωτήματα για το πραξικόπημα, που προβάλλονται και συντηρούνται μέχρι σήμερα.

Ήταν το πραξικόπημα καλά σχεδιασμένο και εκτελεσμένο; Τι προκύπτει από την επίθεση κατά του προεδρικού και της αρχιεπισκοπής;

Είναι γνωστό ότι τα πραξικοπήματα δεν διενεργούνται υπό το φως της ημέρας, με τους δρόμους γεμάτους οχήματα και πολίτες. Η Χούντα, προφανώς γιατί καθόλου δεν υπολόγιζε ανθρώπινα θύματα, όχι μόνο μεταξύ των «εχθρών Ελλήνων» αλλά και μεταξύ των «πατριωτών Ελλήνων», υλοποίησε τα άνομα σχέδιά της «εν μέση οδώ» και ό,τι ήθελε προκύψει. Τόσο ο ίδιος ο Καϊττάνης όσο και πολλοί λοκατζήδες των δύο λόχων της 32ας Μοίρας Καταδρομών που πήραν μέρος στην επίθεση κατά του προεδρικού, υποστηρίζουν με στοιχεία ότι οι αξιωματικοί τους ενήργησαν εντελώς ερασιτεχνικά και τους οδήγησαν «ως πρόβατα επί σφαγήν». Σταχυολογούμε:

Καϊττάνης: «15 Ιουλίου το πρωί, ο διοικητής Ναπολέων Δαμασκηνός δηλώνει: Παιδιά, σήμερα θα γίνει στρατιωτικό κίνημα, θα πάμε να καταλάβουμε το Προεδρικό, θα ανατρέψουμε τον Μούσκο (ενν. τον Μακάριο). Η Ελλάδα είναι μαζί μας».

Λοχίας Νικολάου Νίκος: «Παρών ήταν και ο υποδιοικητής Ταβουλάρης Νικόλαος. Η ατμόσφαιρα πανηγυρική. Καταδρομείς ζητωκραυγάζουν και επικροτούν την απόφαση. Ο διοικητής διατάσσει επιβίβαση στα φορτηγά και κινούμαστε προς άγνωστη κατεύθυνση».

Ο Δόκιμος Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Θεοχάρους Θεοχάρης ρώτησε: «Κύριε διοικητά, μα δεν ακούσαμε τίποτε για Ένωση». Η απάντηση: «Νεαρέ Δόκιμε, σιωπή εσύ».

Λοχίας Κυριάκου: «Όταν μας ανακοίνωσαν ότι θα γινόταν πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, κανένας δεν αντέδρασε. Αντίθετα, λόγω της ψυχολογίας που μας είχαν δημιουργήσει, όλοι πανηγύριζαν».

Στο βιβλίο, αναφέρεται ότι είκοσι τρεις καταδρομείς ήταν με άδεια ως φιλομακαριακοί-αριστεροί. Οκτώ περιορίστηκαν φρουρούμενοι, ενώ είκοσι συγκροτούσαν τη διμοιρία απόδοσης τιμών στο προεδρικό μέγαρο.

Καϊττάνης: «Επιβεβαιώνω ότι δεν προηγήθηκε καμία συγκέντρωση για οποιαδήποτε ενημέρωση-διαταγή. Κανένα σχέδιο ενέργειας, ούτε ακόμη για τα δρομολόγια που έπρεπε να ακολουθήσουμε».

Ο Δημήτρης Χρυσάνθου περιγράφει πώς ξεκίνησαν από το ΒΜΗ με προορισμό το προεδρικό. «Σε φάλαγγα από πέντε άρματα Τ34 (ερπυστριοφόρα), πέντε τεθωρακισμένα TS (μεταφοράς προσωπικού) και δέκα Marmon Harrington (ελαφρά τεθωρακισμένα), κατευθυνθήκαμε στο προεδρικό από τρία διαφορετικά δρομολόγια. Ο οδηγός κάποιου από τα τεθωρακισμένα, είτε τυχαία είτε επίτηδες, έριξε το όχημα σε κάποιο χαντάκι και το ακινητοποίησε. Οι καταδρομείς αποβιβάστηκαν, επιστράτευσαν ιδιωτικά αυτοκίνητα και ένα ταξί, και συνέχισαν προς το προεδρικό».

Είναι αξιοσημείωτη και η μαρτυρία από τον συγγραφέα και άλλους ότι: «Βγαίνοντας από την κεντρική έξοδο του στρατοπέδου BMΗ, υπήρχαν αυτοκίνητα της αστυνομίας που μας ακολουθούσαν ή προσπερνούσαν, σταματούσαν μπροστά μας και πάλι έμεναν πίσω μας».

Ø  Απορία του γράφοντος: Με την απειλή πραξικοπήματος να κυριαρχεί στην περιρρέουσα της εποχής, οι αστυνομικοί που είδαν μια τέτοια κινητοποίηση έμειναν απαθείς; Ειδοποίησαν τους ανωτέρους τους; Αν ναι, πώς εκείνοι αξιοποίησαν την πληροφορία; Μήπως ανήκαν στα πολλά στελέχη της διαβρωμένης από τη Χούντα αστυνομίας; Ζητήθηκαν ποτέ ευθύνες; Μήπως μπορούσε και στη Λευκωσία να αντιμετωπιστεί εν τη γενέσει του το προδοτικό πραξικόπημα, όπως έγινε στην Πάφο, και να αποτύγχανε;  

Ο ανθυπολοχαγός Καϊττάνης συνεχίζει: «Όπως πηγαίναμε, ρώτησα τον λοχαγό Κοτσιφάκη Κωνσταντίνο από πού θα πάμε στο προεδρικό; Μου είπε, θα πάμε από το Hilton κάτω. Στα φώτα Γαβριηλίδη, ακούω τον οδηγό να ρωτά τον λοχαγό, αν θα πάμε δεξιά ή αριστερά. Αριστερά, του είπε, θα φτάσεις στον κυκλικό κόμβο και θα μπεις κατευθείαν με φουλ ταχύτητα μέσα στο προεδρικό. Τού είπα, κύριε λοχαγέ, πώς θα μπούμε μέσα στο προεδρικό με ένα TS; Δεν έχουμε πολυβόλο πάνω, δεν έχουμε τίποτε. Μου είπε, να βγάλεις σκασμό, οι διαταγές έτσι είναι. Του είπα, κύριε λοχαγέ, ο πρώτος που θα σκοτωθεί θα είσαι εσύ. Είμαστε 30 άτομα. Πώς θα μπούμε στην πύλη; Είναι τόσο βλάκες οι αστυνομικοί, να μην έχουν ένα αντιαρματικό να τη στοχεύει; Αν μπούμε μέσα, θα είμαστε τελειωμένοι κι εσύ μαζί. Με άκουσε και άφησε το τεθωρακισμένο στο πεζοδρόμιο του υπουργείου Εξωτερικών. Καβαλικεύοντας το περιτοίχισμα ακροβολιστήκαμε, παρόλο που η καγκελόπορτα ήταν ανοικτή (…).

»Άκουσα τον λοχαγό Κοτσιφάκη να τσακώνεται με τον πολυβολητή. Του λέω, γιατί τσακώνεσαι με τον λοχαγό σου, δεκανέα; Μου λέει, έλα να δεις τι γίνεται, τι μου λέει να κάνω. Του λέω, κύριε λοχαγέ, πώς είναι δυνατό να τσακώνεσαι με τον δεκανέα σου; Αυτή η λογομαχία είναι βασική για να κατανοήσουμε ότι υπήρχε προχειρότητα ή επιθυμία να δοθεί δυνατότητα στους αμυνόμενους να διαφύγουν (…).

»Είδα στο βιβλιοπωλείο Αγρότη τρία τεθωρακισμένα και μπροστά τρεις αξιωματικούς να κουβεντιάσουν. Ήταν σταματημένα. Έμεινε στον νου μου η απορία, γίνεται κατάληψη κτηρίου, τα άρματα να είναι έξω και να πάει πρώτα το πεζικό;».

Γι’ αυτό το συγκεκριμένο διατυπώνονται από πολλούς απορίες, που συνοψίζονται στην κατάθεσή τους στο ότι διατάχθηκαν αυτοί πεζοί να μπουν στον χώρο του προεδρικούμπροστά από τα άρματα, αντί το αντίθετο, και μιλούν για προχειρότητα.

Χρυσάνθου Δημήτρης: «Εκεί χτυπήθηκαν πολλοί στρατιώτες, εκεί ήταν η μεγάλη μας απώλεια, σύνολο δεκατρία άτομα».

Με βάση τις δικές του μαρτυρίες αλλά και άλλων καταδρομέων, ο Καϊττάνης διατυπώνει απορίες:  «Η επαναλαμβανόμενη διαταγή ήταν, να μην πυροβολήσει κανείς, εκτός αν διατάξουν οι αξιωματικοί. Πώς λοιπόν και με ποιού τη διαταγή άρχισαν πυροβολισμούς τα πληρώματα των αρμάτων και τι εξυπηρετούσαν; Γιατί το προπορευόμενο άρμα Τ-34 έκανε χώρο για να προσπεράσει το ΤS; Τα άρματα μάχης βρίσκονταν σταθμευμένα έξω από τον χώρο του προεδρικού, ενώ οι καταδρομείς διατάχθηκαν να μπουν στην είσοδο του κτηρίου. Από πότε οι καταδρομείς καλύπτουν τα άρματα».

Ο Καϊττάνης είναι σαφής: «Το σχέδιο επίθεσης εκείνη τη στιγμή το αντιληφθήκαμε. Όλα την τελευταία στιγμή. Ένα σχέδιο που αν το οργάνωναν υποψήφιοι βαθμοφόροι θα αποκλείονταν από τη σχολή ως ανίκανοι. Κατά μέτωπο επίθεση, με σύγκλιση όλων στην κεντρική είσοδο του προεδρικού. Ούτε πέταλο, ούτε Γ, ούτε Π, ούτε και κυκλωτική κίνηση. Αν είναι δυνατόν».

Ø  Απορία γράφοντος: Τις μέρες εκείνες, η ατμόσφαιρα, κατά το δη λεγόμενο, μύριζε μπαρούτι. Ο Μακάριος, παρά την ενημέρωση που είχε από το Εφεδρικό, τα μηνύματα του Αμερικανού πρέσβη Ρότζερ Ντέιβις, ο οποίος στη συνέχεια βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στην πρεσβεία, παρά τις έντονες προειδοποιήσεις ότι η Χούντα θα τον ανέτρεπε, δεν πίστευε και δήλωνε ότι στόχος ήταν ο ίδιος. Παρά ταύτα, υπήρχε σαφές σχέδιο αντιμετώπισης ενός πραξικοπήματος: Αληθεύει η μαρτυρία των επιτιθέμενων ότι η κεντρική καγκελόπορτα του προεδρικού ήταν ανοικτή και αφύλακτη; Έξω από το βιβλιοπωλείο Αγρότη θεάθηκαν τεθωρακισμένα. Δεν υπήρχαν φρουροί να ελέγχουν ολόκληρη την περίμετρο του προεδρικού; Δεν τα είδε κανείς; Ήταν υπό συνεχή στόχευση η κεντρική είσοδος; Αν ναι, γιατί το άρμα κτυπήθηκε, όταν βρέθηκε απέναντι από την είσοδο του κτηρίου και όχι όταν εισήλθε στον περίβολο του μεγάρου;  Με βάση τα δεδομένα, δεν είναι λογικό να υποστηριχθεί ότι δεν υπήρχε σχέδιο 24ωρης αποτελεσματικής προστασίας του κύριου στόχου ενός πραξικοπήματος και διάσωσης του προέδρου του κράτους;    

Ποιο ήταν το σχέδιο της Χούντας για τον Μακάριο; Του έδωσαν ευκαιρία να διαφύγει, αφήνοντας ακάλυπτη μία πλευρά του προεδρικού μεγάρου;

Δεν είναι άγνωστο ότι επικρατεί ευρέως μέχρι σήμερα η άποψη ότι η Χούντα και οι εκτελεστές του πραξικοπήματος δεν ήθελαν να συλλάβουν τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, γι’ αυτό του έδωσαν περιθώριο να διαφύγει. Έναν τέτοιο ισχυρισμό προέβαλε και ο Νίκος Σαμψών στην προαναφερθείσα συνέντευξη στον γράφοντα λέγοντας επί λέξει: «Μα δεν έγινε πραξικόπημα για να σκοτώσουν τον Μακάριο. Απόδειξη είναι ότι έκαναν πέταλο και έφυγε ο Μακάριος. Για να καταλάβουν ένα κτήριο, αυτό περικυκλώνεται. Αυτοί δεν περικύκλωσαν το προεδρικό, τον αφήσανε να φύγει…». [Π. Παύλου, Δημόσια Κατάθεση, σελ. 231].

Στο βιβλίο του Καϊττάνη περιλαμβάνονται αυτούσιες εκθέσεις Ελλαδιτών αξιωματικών που διενήργησαν το πραξικόπημα. Σε μία απ’ αυτές που υπογράφει ο Κοτσιφάκης Κωνσταντίνος, αναφέρεται ότι «το σχέδιο του κινήματος δεν είχε προβλέψει την περίπτωση κατά την οποία ο Μακάριος θα έφευγε από την οπίσθια είσοδο του προεδρικού».

Ο καταδρομέας Πέτρου Πέτρος θυμάται την επαναλαμβανόμενη οδηγία του υποδιοικητή Ταβουλάρη «να μην πυροβοληθεί ο Μακάριος, μόνο να συλληφθεί».

Ο Ανδρέου Μιχαήλ Ρένος κατέθεσε ότι η διαταγή ήταν, «αν θεαθεί ο Μακάριος να διαφεύγει, να μην τον πυροβολήσουμε. Η αποστολή μας ήταν να τον συλλάβουμε». Προσθέτει: «Γύρω στις έξι το απόγευμα στρατιωτικά φορτηγά μάς μετέφεραν από το προεδρικό στο ΡΙΚ. Το επόμενο πρωί η αποστολή μας ήταν η μονήΜαχαιρά, γιατί υπήρχαν πληροφορίες ότι ο Μακάριος βρισκόταν εκεί.  Κάναμε εκτεταμένες έρευνες στο μοναστήρι χωρίς να βρούμε τίποτα». Ο Δημητρίου Σωτήρης αναφέρει: «Μας μετέφεραν στον Μαχαιρά για να ψάξουμε δήθεν για τον Μακάριο».

Διερωτάται, λοιπόν, κάποιος, πώς τεκμηριώνεται ότι οι πραξικοπηματίες άφησαν επίτηδες τον Μακάριο να διαφύγει, αφού μέχρι και την επομένη τον έψαχναν ακόμη στον Μαχαιρά; Τους διαψεύδουν επίσης μαρτυρίες των καταδρομέων ότι οι αξιωματικοί τους «λυσσασμένοι» αναζητούσαν από κάμαρη σε κάμαρη του προεδρικού τον «Μούσκο» για να τον συλλάβουν.

Ø  Άποψη του γράφοντος, ο οποίος κατέγραψε σε ντοκιμαντέρ του ΡΙΚ το 1975, σε σκηνοθεσία Αιμιλίας Ορφανίδου, και τις μαρτυρίες των Ανδρέα Ποταμάρη, Νίκου Θρασυβούλου και Ανδρέα Νεοφύτου, οποίοι με ηρωισμό, γενναιότητα και κίνδυνο της ζωής τους διέσωσαν τον πρόεδρο Μακάριο, είναι ότι: Ούτε οι οργανωτές του πραξικοπήματος είχαν σαφές σχέδιο σύλληψής του, ούτε όμως και οι εντεταλμένοι να τον προστατεύουν είχαν σχέδιο διαφυγής και διάσωσής του. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν μάλλον τυχαία και ερασιτεχνικά. Πενήντα δύο χρόνια από τότε, αξίζει να διερευνηθούν όλα με αντικειμενικότητα, μακριά από συναισθηματισμούς και μυθεύματα.   

Υπήρχε πράγματι στο προεδρικό ομάδα παιδιών από την Αίγυπτο που συναντούσε ο Μακάριος την ώρα της επίθεσης των πραξικοπηματιών;

Στην προσπάθεια κάποιων να συντηρούν ένα αφήγημα ότι όλα ήταν ύποπτα, ίσως και στημένα με συνεργό (sic) και τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο, αμφισβητείται και το γεγονός ότι την ώρα που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, ο Μακάριος μιλούσε σε ομάδα παιδιών από την Αίγυπτο. Είδε ποτέ κανείς αυτά τα παιδιά; Δεν υπάρχει έστω μία φωτογραφία τους; Τι απέγιναν εκείνα τα παιδιά, είναι οι συνηθισμένες «απορίες». Ιδού οι απαντήσεις από τους ίδιους τους καταδρομείς.

Μάρκου Αβραάμ: «Ένα άρμα μπήκε στον χώρο του προεδρικού και έβαλε. Πήρε φωτιά το κτήριο. Σε λίγο σταμάτησαν οι πυροβολισμοί. Είδαμε παιδιά να βγαίνουν, πήγαμε κοντά τους, τα καθησυχάσαμε και τα μεταφέραμε σε ασφαλή χώρο κάτω από τα πεύκα».

Λαζάρου Λάζαρος: «Πηδήξαμε τα κάγκελα και προχωρήσαμε στη δεύτερη καγκελόπορτα. Από εκεί, αφού έβαλαν τα άρματα, άρχισε να βγαίνει κόσμος από μέσα, αρκετά μωρά και είδα και τον υπουργό Χρίστο  Βάκη, τον οποίο χτυπούσε ο λοχαγός μας και του φώναξε πού είναι ο Μούσκος».

Ο Βλαδιμήρου Χριστάκης και ο Λαζάρου Λάζαρος μαρτυρούν επίσης ότι ο Παπαδάκης Εμμανουήλ κτυπούσε τον Βάκη και του φώναζε, «θα σε σκοτώσω, πού είναι ο Μούσκος, τον είδες; Έντρομος εκείνος απαντούσε, δεν ξέρω, δεν ξέρω».

Καϊττάνης: «Είδαμε τα μωράκια και μάλιστα δύο παιδιά από την ομάδα μου τρέξανε και τα κάλυψαν, τους είπαν μη φοβάστε και τα έφεραν κοντά. Φέρανε νερό, κάθισαν μαζί τους για να τα καθησυχάσουν, γιατί κλαίγανε».

Ø  Οι μαρτυρίες είναι σαφείς και δεν προέρχονται από «μακαριακές» πηγές αλλά από τους επιτιθέμενους, οι οποίοι, κατά δική τους έγγραφη μαρτυρία, δέχθηκαν ενθουσιασμένοι την εντολή να πάρουν μέρος στο πραξικόπημα: Είδαν τα παιδιά και κανένα λόγο δεν έχουν να υποστηρίξουν το αντίθετο λέγοντας ψέματα.

Τι καταθέτουν οι καταδρομείς για την επίθεση στην αρχιεπισκοπή;

Το δρομολόγιο των καταδρομέων που πήραν μέρος στην επίθεση κατά της αρχιεπισκοπής, με διοικητή τον Θεόδωρο Ροκά, άρχισε από την έδρα της Μοίρας στον Άγιο Χρυσόστομο. Διαπίστωση του συγγραφέα, στη βάση και πάλι μαρτυριών, είναι ότι και στην περίπτωση αυτή ήταν εμφανή τα στοιχεία προχειρότητας και ερασιτεχνισμού. Γράφει: «Ο λόχος από τον Κουτσοβέντη κινήθηκε προς το Καϊμακλί, απέκοψε τον δρόμο Λευκωσίας-Αμμοχώστου και από τον κυκλοφοριακό κόμβο Μπάτα κινήθηκε πεζή με κατεύθυνση προς Κολοκάση. Η διαδρομή αυτή προκάλεσε καθυστέρηση, έθεσε σε μεγάλους κινδύνους τον λόχο και δεν αρμόζει στον τρόπο δράσης των καταδρομέων, οι οποίοι κινούνται με ταχύτητα με στόχο τον αιφνιδιασμό. Δέχτηκαν ριπές αυτομάτων, ενώ βρισκόντουσαν μέσα στα στρατιωτικά αυτοκίνητα. Καλύφθηκαν πίσω από τα τείχη, αφού βάλλονταν από άντρες του Εφεδρικού και των ομάδων Λυσσαρίδη. Ο λοχαγός Ροκάς τραυματίστηκε θανάσιμα και το τμήμα έμεινε καθηλωμένο επί μιάμιση με δύο ώρες».

Ο  έφεδρος ανθυπολοχαγός Θεοδώρου Μιχάλης καταθέτει: «Φτάσαμε στον προμαχώνα, δεχτήκαμε τους πρώτους πυροβολισμούς από τις πολυκατοικίες απέναντι, κατεβήκαμε και προσπαθήσαμε να προχωρήσουμε προς το κτήριο της αρχιεπισκοπής. Σε κάποιο σημείο είδαμε τον λοχαγό Ροκά να πέφτει νεκρός στη μέση του δρόμου. Επίσης σκοτώθηκαν ο Πέτρου Χάρης και ο φίλος μου Μιχαήλ Σαββάκης μέσα στα χέρια μου».

Τελικά η αρχιεπισκοπή καταλήφθηκε όταν έφθασαν τα άρματα και προκάλεσαν με τις βολές των πυροβόλων μεγάλη ζημιά στο κτήριο. Το ανόσιο έργο της Χούντας, με Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες, είχε επιτελεστεί. Αντί της Ένωσης, πρόσφερε δώρο στην από χρόνια καραδοκούσα Τουρκία να υλοποιήσει τα έτοιμα σχέδιά της για εισβολή στην Κύπρο. Πραγματικές, συνολικές ευθύνες δεν καταλογίστηκαν ακόμη. Στοιχεία υπάρχουν πλέον πολλά. Καιρός να ερευνηθούν, για να διαφανεί η αλήθεια.

*Δημοσιογράφος