Ένας χρόνος συμπληρώνεται σήμερα από εκείνο το μεσημέρι της 23ης Ιουλίου 2025, όταν η Κύπρος βίωσε μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της σύγχρονης ιστορίας της. Η πύρινη λαίλαπα που ξέσπασε από την κοινότητα Μαλιάς, σάρωσε την ορεινή επαρχία Λεμεσού, αφήνοντας πίσω της δύο νεκρούς, κατεστραμμένες περιουσίες, εκατοντάδες καμένα σπίτια και πληγές που δύσκολα θα επουλωθούν. Η φονική πυρκαγιά του περσινού Ιουλίου είχε χαρακτηριστεί ως η μεγαλύτερη καταστροφή που γνώρισε ο τόπος μετά την τουρκική εισβολή του 1974.

Σήμερα, ένα χρόνο αργότερα, το τοπίο στις πυρόπληκτες κοινότητες εξακολουθεί να προκαλεί θλίψη. Μαύρα βουνά, καμένοι κορμοί δέντρων και ερείπια κατοικιών υπενθυμίζουν καθημερινά όσα συνέβησαν.

Τα σπίτια θα ξαναχτιστούν. Η φύση, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσει να αναγεννιέται. Εκείνο όμως που δεν θα σβήσει ποτέ, είναι ο εφιάλτης που έζησαν οι κάτοικοι των 13 κοινοτήτων, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη μανία της φωτιάς και τον όλεθρο της καταστροφής.

Οι στιγμές αγωνίας, ο φόβος, η εγκατάλειψη των σπιτιών τους και η μάχη με τις φλόγες χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη τους. Και όμως, μέσα από τις στάχτες γεννήθηκε ξανά η ανθρωπιά. Εθελοντές, απλοί πολίτες, οργανωμένα σύνολα και άνθρωποι από κάθε γωνιά της Κύπρου στάθηκαν δίπλα στους πυρόπληκτους, προσφέροντας στήριξη και ελπίδα σε όσους μέσα σε λίγες ώρες έχασαν περιουσίες και κόπους μιας ολόκληρης ζωής.

«Η απουσία τους είναι αισθητή κάθε μέρα»

Η τραγωδία άφησε πίσω της και δύο νεκρούς. Τον 85χρονο Δημήτρη Φιλιππίδη Παστού και τη σύζυγό του, Μάρω Αβραάμ Φιλιππίδου, 77 ετών. Το ηλικιωμένο ζευγάρι που διάμενε στο εξοχικό τους στη Συλίκου, προσπάθησε να εγκαταλείψει το χωριό όταν οι φλόγες πλησίαζαν απειλητικά. Δεν τα κατάφεραν. Βρέθηκαν απανθρακωμένοι μέσα στο αυτοκίνητό τους στον δρόμο Μοναγρίου – Άλασσας.

Ένα χρόνο μετά, ο ανιψιός τους, Κρίστης Φιλιππίδης, μιλά στο philenews για το κενό που άφησε η απώλειά τους. «Ο χρόνος πέρασε δύσκολα, ιδιαίτερα για εμάς που είχαμε τον θείο μας καθημερινά κοντά μας. Κάθε μία-δύο μέρες περνούσε από το γραφείο, πίναμε τον καφέ μας και συζητούσαμε. Η απουσία του είναι εμφανής παντού, ιδιαίτερα στα οικογενειακά τραπέζια και τις μαζώξεις. Φάνηκε ο τόπος του. Μας λείπουν και οι δύο».

Το ετήσιο μνημόσυνό τους τελέστηκε την περασμένη Κυριακή στα Πολεμίδια, σε κλίμα συγκίνησης.

«Η τελευταία κλήση παραμένει στο κινητό μου»

Υπάρχουν, όμως, στιγμές που ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Ο κ. Φιλιππίδης κρατά ακόμη στο κινητό του την τελευταία αναπάντητη κλήση προς τον θείο του.

«Δεν την έχω διαγράψει ποτέ. Είναι ακόμη αποθηκευμένη στο κινητό μου. Στις 23 Ιουλίου, γύρω στις 10:36 το βράδυ, τους πήρα τηλέφωνο για να δω αν ήταν καλά. Επέστρεφα από τη Λάρνακα και, φτάνοντας στην περιοχή του Καντού, αντίκρισα τις φλόγες να κατεβαίνουν από το βουνό. Το μεσημέρι είχα μιλήσει με τον θείο, ενώ την προηγούμενη ημέρα είχε περάσει από το γραφείο μας. Καθίσαμε, ήπιαμε τον καφέ μας και τον βοηθήσαμε να πληρώσει ηλεκτρονικά κάποιους λογαριασμούς, γιατί δεν ήταν εξοικειωμένος. Όταν είδα το μέγεθος της φωτιάς, η πρώτη μου σκέψη ήταν να πάρω τον θείο μου τηλέφωνο. Ήθελα να μάθω αν ήταν έμειναν στο χωριό ή αν είχαν έρθει με τη θεία μου στη Λεμεσό. Η κλήση δεν απαντήθηκε ποτέ».

Το επόμενο πρωί επιχείρησε να επικοινωνήσει και με τη θεία του. «Γύρω στις 10:15 το πρωί την πήρα τηλέφωνο, αλλά ούτε εκείνη απάντησε. Υπέθεσα ότι ίσως κοιμόνταν. Λίγο αργότερα, γύρω στις 11, ενημερωθήκαμε από την Αστυνομία ότι ήταν τα δύο θύματα της τραγωδίας».

«Γιατί έμεινε ανοικτός εκείνος ο δρόμος;»

Ένα χρόνο μετά, για τους οικείους των θυμάτων τα ερωτήματα παραμένουν ακόμη βασανιστικά. Ο κ. Φιλιππίδης διερωτάται γιατί το ζευγάρι κατέληξε να ακολουθήσει τον δρόμο όπου εγκλωβίστηκε.

«Ο κοινοτάρχης μάς είπε ότι χτύπησε τις καμπάνες, συγκέντρωσε τον κόσμο στην πλατεία και τους υπέδειξε συγκεκριμένη διαδρομή διαφυγής. Το ερώτημά μας είναι απλό. Αφού είχε δοθεί οδηγία να χρησιμοποιηθεί άλλος δρόμος, γιατί ο δρόμος που αποδείχθηκε παγίδα παρέμεινε ανοικτός; Ήταν ο πιο σύντομος δρόμος που γνώριζαν και φυσιολογικά τον ακολούθησαν. Έπρεπε να είχε κλείσει. Αν είχε κλείσει εγκαίρως τον δρόμο η Αστυνομία και η Πολιτική Άμυνα, ίσως σήμερα να ήταν διαφορετικά τα πράγματα».

Η οικογένεια εξακολουθεί να αναμένει την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την απόδοση ευθυνών.

«Αυτό που έγινε πρέπει να αποτελέσει μάθημα για όλους. Να υπάρχει καλύτερη οργάνωση και συντονισμός, ώστε να μη ζήσει ποτέ ξανά κανείς αυτό που ζήσαμε εμείς. Αν είχαν γίνει όλα σωστά, ίσως σήμερα οι δικοί μας άνθρωποι να ήταν ακόμη μαζί μας».

Για τους συγγενείς του Δημήτρη και της Μάρως Φιλιππίδου, ο χρόνος δεν λειτούργησε ως γιατρικό. Η απώλεια παραμένει ζωντανή, όπως και η ανάγκη να δοθούν απαντήσεις για τις συνθήκες που οδήγησαν στον άδικο χαμό τους.

Ιωάννα Μάντζιηπα