«Όχι» στην αποφυλάκιση κατηγορούμενου για βιασμό είπε το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης δημιουργούν πιθανότητα καταδίκης, ενώ οι δεσμοί του με τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές καθιστούν υπαρκτό τον κίνδυνο να μην παρουσιαστεί στη δίκη. Ο κατηγορούμενος είχε παραπεμφθεί σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αμμοχώστου για βιασμό, συνουσία διά βίας, άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας και σεξουαλική παρενόχληση.
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες που αφορούν την ίδια παραπονούμενη και φέρονται να τελέστηκαν στον ίδιο τόπο και χρόνο. Μετά την παραπομπή του σε δίκη, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτησή του μέχρι την έναρξη της διαδικασίας, επικαλούμενη κίνδυνο φυγοδικίας. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα, απόφαση την οποία ο κατηγορούμενος προσέβαλε ενώπιον του Εφετείου.
Με την έφεσή του υποστήριξε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε πλημμελώς το μαρτυρικό υλικό και ότι δεν υπήρχε επαρκής πιθανότητα καταδίκης, ώστε να δικαιολογείται ο κίνδυνος φυγοδικίας. Παράλληλα, επικαλέστηκε τις προσωπικές του περιστάσεις και τους δεσμούς του με την Κυπριακή Δημοκρατία, σημειώνοντας ότι είναι κάτοχος κυπριακής ταυτότητας.
Το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, επισημαίνοντας ότι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το δικαστήριο δεν αξιολογεί την αξιοπιστία της μαρτυρίας ούτε αποφασίζει επί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, αλλά εξετάζει κατά πόσο το μαρτυρικό υλικό δημιουργεί πιθανότητα καταδίκης.
Οι εφέτες έκριναν ότι η υπεράσπιση απομόνωσε συγκεκριμένα αποσπάσματα από την πρώτη κατάθεση της παραπονούμενης, παραβλέποντας το σύνολο του περιεχομένου της. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η παραπονούμενη κατέθεσε ότι είχε καταστήσει σαφές στον κατηγορούμενο πως δεν επιθυμούσε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη πέραν από φιλιά, ενώ ισχυρίστηκε ότι, όταν εκείνος προχώρησε σε σεξουαλική επαφή, προσπάθησε να τον απομακρύνει σπρώχνοντάς τον, χωρίς εκείνος να σταματήσει.
Το Εφετείο συμφώνησε με την κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι, με βάση το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, διαφαίνεται πιθανότητα καταδίκης, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι αυτό δεν αποκλείει την εύλογη πιθανότητα αθώωσης του κατηγορουμένου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.
Σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο στάθμισε ορθά όλους τους σχετικούς παράγοντες. Αν και ο κατηγορούμενος διαθέτει κυπριακή υπηκοότητα και ορισμένους δεσμούς με τις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας, διαμένει μόνιμα στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και αναμενόταν να εργοδοτηθεί από τον Σεπτέμβριο του 2026 ως δάσκαλος στην κατεχόμενη Αμμόχωστο.
Το Εφετείο υπογράμμισε ότι η απόφαση δεν στηρίζεται στην τουρκοκυπριακή καταγωγή του κατηγορουμένου, αλλά στους ισχυρούς δεσμούς του με περιοχές όπου οι Αρχές της Δημοκρατίας δεν μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά τις εξουσίες τους, γεγονός που δυσχεραίνει την εξασφάλιση της παρουσίας του στο δικαστήριο σε περίπτωση που επιλέξει να μην εμφανιστεί.
Αναφερόμενο στη σχετική νομολογία, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η κυπριακή υπηκοότητα από μόνη της δεν αρκεί για να αποκλείσει τον κίνδυνο φυγοδικίας, όταν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που καταδεικνύουν ισχυρούς δεσμούς με περιοχές εκτός του αποτελεσματικού ελέγχου της Δημοκρατίας.
Το Εφετείο έκρινε επίσης ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως η ηλικία του, η ολοκλήρωση των σπουδών του και η επικείμενη εργοδότησή του, δεν αρκούν για να εξουδετερώσουν τον υπαρκτό κίνδυνο φυγοδικίας ούτε μπορούν να υπερισχύσουν του δημόσιου συμφέροντος για την ομαλή απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια και δεν συνέτρεχε λόγος παρέμβασης στην απόφασή του. Ως εκ τούτου, η έφεση απορρίφθηκε και ο κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου.