Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜια πρωτοφανή οικονομική εκστρατεία κατά του Ιράν, με στόχο την πλήρη χρηματοπιστωτική και εμπορική απομόνωση της Τεχεράνης, προαναγγέλλει ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προειδοποιεί τις χώρες που εξακολουθούν να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο, να συναλλάσσονται με το ιρανικό καθεστώς ή να διευκολύνουν τις οικονομικές ροές του ότι ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με αμερικανικά μέτρα.
Σε άρθρο του στους Financial Times με τίτλο «Μια οικονομική D-Day έρχεται για το Ιράν», ο Μπέσεντ, ο οποίος θα ανακοινώσει τα μέτρα της Ουάσινγκτον σε συνέντευξη Τύπου που θα δώσει το βράδυ της Δευτέρας στις 8 (ώρα Κύπρου) – χρησιμοποιεί τη συμβολική αναφορά στην απόβαση στη Νορμανδία για να περιγράψει το εύρος της οικονομικής πίεσης που ετοιμάζεται να ασκήσει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.
«Με την αυγή αρχίζει μια οικονομική D-Day – η μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση που έχει εξαπολυθεί ποτέ εναντίον ενός αντιπάλου», αναφέρει χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι μετά τα στρατιωτικά πλήγματα που έχουν περιορίσει τις δυνατότητες του Ιράν και αποδυναμώσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, η αντιπαράθεση εισέρχεται πλέον στην τελική της φάση.
Το μήνυμα στις χώρες που συναλλάσσονται με την Τεχεράνη
Ο Μπέσεντ στρέφει μεγάλο μέρος της προειδοποίησής του όχι μόνο προς το ίδιο το Ιράν, αλλά και προς τις χώρες που εξακολουθούν να λειτουργούν ως οικονομικές «γραμμές ζωής» για την Τεχεράνη.
Όπως αναφέρει, οι χώρες αυτές αγοράζουν και μεταφέρουν ιρανικό πετρέλαιο, διευκολύνουν χρηματοοικονομικές συναλλαγές μέσω ανταλλακτηρίων και ζωνών ελεύθερου εμπορίου, επιτρέπουν ιρανικές πτήσεις και διατηρούν νηολόγια για λογαριασμό της Τεχεράνης. Παράλληλα, κατά τον ίδιο, κάνουν τα «στραβά μάτια» σε μεταφορτώσεις καυσίμων στη θάλασσα και στην παράνομη χρήση τραπεζικών συστημάτων.
Το μήνυμα της Ουάσινγκτον είναι ότι η ανοχή αυτή τελειώνει. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει ότι όσοι θεωρούν ασφαλέστερη επιλογή τον κατευνασμό του Ιράν θα πρέπει να επανεξετάσουν τη στάση τους, καθώς πλέον κινδυνεύουν να υποστούν και οι ίδιοι τις συνέπειες της οικονομικής απομόνωσης.
Ο Μπέσεντ επικαλείται μάλιστα το περίφημο «στοίχημα του Πασκάλ» για να περιγράψει το δίλημμα που, κατά την Ουάσινγκτον, αντιμετωπίζουν οι εμπορικοί εταίροι της Τεχεράνης: να συνεχίσουν να στηρίζουν οικονομικά το Ιράν, διακινδυνεύοντας τη σχέση τους με τις ΗΠΑ, ή να κόψουν τους δεσμούς τους με το καθεστώς.
«Όποιος γίνει οικονομική αρτηρία του Ιράν θα μοιραστεί την απομόνωσή του»
Η προειδοποίηση γίνεται ακόμη πιο σαφής στη συνέχεια. Σύμφωνα με τον Μπέσεντ, οι χώρες που διακόψουν τους οικονομικούς δεσμούς με το Ιράν θα ενισχύσουν την πρόσβασή τους στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και την αξιοπιστία των οικονομιών τους.
Αντίθετα, «κάθε χώρα που λειτουργεί ως χρηματοπιστωτική αρτηρία ενός καθεστώτος που καταρρέει θα πρέπει να περιμένει ότι θα μοιραστεί την απομόνωσή του», αναφέρει. Προειδοποιεί δε ότι μια χώρα που μετατρέπεται σε καταφύγιο για την τρομοκρατία θα αντιμετωπίζεται από τις ΗΠΑ ως «παρίας» της διεθνούς κοινότητας.
Ο Αμερικανός υπουργός υπογραμμίζει επίσης ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει «κάθε υπηρεσία, κάθε εξουσία και κάθε μέτρο» που διαθέτει. Προειδοποιεί ότι οποιοσδήποτε εναπομείνας δεσμός με την Τεχεράνη μπορεί να επιταχύνει τον οικονομικό αποκλεισμό χωρών και επιχειρήσεων, είτε πρόκειται για συνειδητή συνεργασία είτε για δραστηριότητες στις οποίες οι κυβερνήσεις επιλέγουν να κλείνουν τα μάτια.
Παράλληλα, αφήνει ανοιχτό και το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής απάντησης, εάν η Τεχεράνη επιτεθεί σε αμερικανικές δυνάμεις ή σε χώρες του Κόλπου. Σε μια τέτοια περίπτωση, αναφέρει, ο Τραμπ θα αντιδράσει «γρήγορα και αποφασιστικά».
Ποιες χώρες βρίσκονται στο στόχαστρο
Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι ποιες χώρες θα μπορούσαν να πληγούν από την οικονομική επίθεση που προαναγγέλλει η Ουάσινγκτον. Το Ιράν έχει διαμηνύσει ότι είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει τον οικονομικό πόλεμο, επισημαίνοντας ότι διατηρεί σχέσεις με σειρά συμμάχων και εμπορικών εταίρων.
Κίνα: Είναι μακράν ο σημαντικότερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και, κατά συνέπεια, μία από τις χώρες που θα μπορούσαν να δεχθούν τη μεγαλύτερη πίεση. Περισσότερο από το 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου κατευθύνεται στην Κίνα, ενώ η Kpler εκτιμά ότι το Πεκίνο αγόρασε κατά μέσο όρο 1,38 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2025. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη επιβάλει κυρώσεις σε ανεξάρτητο κινεζικό διυλιστήριο για αγορές ιρανικού πετρελαίου και έχουν προειδοποιήσει κινεζικές τράπεζες για το ενδεχόμενο δευτερογενών κυρώσεων.
Τουρκία: Άγκυρα και Τεχεράνη διατηρούν σημαντικές οικονομικές σχέσεις, με την Τουρκία να εισάγει ιρανικό φυσικό αέριο και να εξάγει βιομηχανικά προϊόντα στο Ιράν. Το διμερές εμπόριο ανέρχεται περίπου στα 5-6 δισ. δολάρια ετησίως, ενώ το Ιράν καλύπτει περίπου το 13% των συνολικών τουρκικών εισαγωγών φυσικού αερίου.
Ιράκ: Το εμπόριο με το Ιράν ξεπέρασε τα 10 δισ. δολάρια το 2025. Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η ενεργειακή εξάρτηση της Βαγδάτης: το Ιράκ πληρώνει στην Τεχεράνη 4-5 δισ. δολάρια τον χρόνο για φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Νέες αμερικανικές κυρώσεις θα μπορούσαν επομένως να προκαλέσουν σημαντικές δυσκολίες στη Βαγδάτη.
Ομάν: Το Μουσκάτ διατηρεί εδώ και δεκαετίες φιλικές σχέσεις με την Τεχεράνη και συχνά λειτουργεί ως μεσολαβητής μεταξύ του Ιράν και άλλων κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένης της Ουάσινγκτον. Το διμερές εμπόριο έφτασε το 1,5 δισ. δολάρια το 2025 και τα 345 εκατ. δολάρια στους πρώτους τέσσερις μήνες του 2026.
Πακιστάν: Οι δύο χώρες διακινούν εδώ και χρόνια πετρέλαιο, σιτάρι, ρύζι, ζώα και φάρμακα μέσω και ανεπίσημων διαύλων. Παρά τις προηγούμενες κυρώσεις, το ανεπίσημο εμπόριο εκτιμάται ότι έχει οδηγήσει τις συνολικές εισαγωγές και εξαγωγές περίπου στα 4 δισ. δολάρια, ενώ Ισλαμαμπάντ και Τεχεράνη έχουν θέσει ως στόχο την αύξηση του διμερούς εμπορίου στα 10 δισ. δολάρια.
Ινδία: Οι εμπορικές σχέσεις έχουν ήδη περιοριστεί δραστικά εξαιτίας των αμερικανικών κυρώσεων. Από περίπου 17 δισ. δολάρια, το διμερές εμπόριο είχε υποχωρήσει στα 4,8 δισ. δολάρια το οικονομικό έτος 2019-2020 και έφτασε μόλις τα 1,63 δισ. δολάρια το 2025-2026. Από αυτά, περίπου 1,3 δισ. αφορούν ινδικές εξαγωγές, κυρίως δημητριακών, τσαγιού, καφέ και μπαχαρικών.
Αρμενία: Το εμπόριο με το Ιράν ανήλθε στα 768 εκατ. δολάρια το 2025, ενώ περίπου το 20% του εξωτερικού εμπορίου της Αρμενίας διέρχεται μέσω του Ιράν. Οι δύο χώρες διαθέτουν επίσης συμφωνία ανταλλαγής «φυσικού αερίου έναντι ηλεκτρικής ενέργειας».
Αζερμπαϊτζάν: Το διμερές εμπόριο αυξήθηκε κατά 4,5% στο πρώτο εξάμηνο του 2026, φτάνοντας τα 312,6 εκατ. δολάρια. Οι εισαγωγές του Αζερμπαϊτζάν από το Ιράν ανήλθαν στα 297 εκατ. δολάρια, ενώ οι εξαγωγές προς την Τεχεράνη υπερδιπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 15,6 εκατ. δολάρια.
Το δίλημμα που θέτει η Ουάσινγκτον
Η στρατηγική που περιγράφει ο Μπέσεντ είναι ξεκάθαρη: η Ουάσινγκτον επιδιώκει να αποκόψει κάθε οικονομική «γραμμή ζωής» που εξακολουθεί να στηρίζει την Τεχεράνη, μεταφέροντας ουσιαστικά την πίεση από το ίδιο το Ιράν στους εμπορικούς και οικονομικούς εταίρους του.
«Ο κόσμος πρέπει να καταλάβει ότι στόχος μας είναι να κόψουμε κάθε οικονομική γραμμή ζωής που συντηρεί το τυραννικό καθεστώς, έως ότου η Τεχεράνη μείνει μόνη», γράφει ο Μπέσεντ, καταλήγοντας με ένα ερώτημα προς όσους εξακολουθούν να συναλλάσσονται με το Ιράν: είναι διατεθειμένοι να «στοιχηματίσουν το μέλλον τους» απέναντι στην αποφασιστικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών;