Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜέσα σε μία δεκαετία, ο Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) κατάφερε να αλλάξει ριζικά την ταυτότητα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και να αναδιαμορφώσει το πολιτικό τοπίο των Ηνωμένων Πολιτειών. Με όχημα το κίνημα MAGA («Make America Great Again»), οικοδόμησε μια πολιτική βάση με επίκεντρο το πρόσωπό του, ανατρέποντας παραδοσιακές κομματικές ισορροπίες και αλλάζοντας τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης στη χώρα.
Κι όμως, χρειάστηκαν λιγότερα από δύο χρόνια της δεύτερης προεδρικής του θητείας, για να δει μεγάλο μέρος αυτής της πολιτικής κυριαρχίας του να αμφισβητείται στις κάλπες. Η συντριπτική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές, με τους Δημοκρατικούς να κατακτούν και τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, συνιστά ένα από τα βαρύτερα πλήγματα της πολιτικής σταδιοδρομίας του.
Σε εκτενή ανάλυση, με τίτλο «Η μεγάλη ταπείνωση του Ντόναλντ Τραμπ», οι Financial Times εξετάζουν το μέγεθος της ανατροπής, επισημαίνοντας ότι οι ψηφοφόροι δεν περιορίστηκαν στη συνηθισμένη αποδοκιμασία ενός κυβερνώντος κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές. Η απόρριψη επεκτάθηκε σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικά προπύργια και έπληξε υποψηφίους που είχαν ταυτιστεί με τον πρόεδρο.
Πίσω από το εκλογικό αποτέλεσμα, διακρίνονται πέντε καθοριστικές πολιτικές αστοχίες: η πολιτική των δασμών, η αποτυχία να αντιμετωπιστεί η αύξηση του κόστους ζωής, η εμπλοκή στον πόλεμο του Ιράν, η προσωπική παρέμβαση του Τραμπ στην επιλογή υποψηφίων και η ολοένα μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στην αντισυστημική ρητορική του M.A.G.A. και στην εικόνα της ίδιας της κυβέρνησης.
1. Οι δασμοί που υποτίθεται ότι θα προστάτευαν τους Αμερικανούς
Η εμπορική πολιτική υπήρξε ένα από τα θεμέλια της πολιτικής ανόδου του Τραμπ. Από την πρώτη προεκλογική εκστρατεία του, το 2016, παρουσίαζε τους δασμούς ως το βασικό εργαλείο για την επιστροφή της βιομηχανίας στις ΗΠΑ, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την προστασία των Αμερικανών εργαζομένων από τον διεθνή ανταγωνισμό.
Στη δεύτερη θητεία του επιχείρησε να εφαρμόσει αυτή την πολιτική σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, επιβάλλοντας εμπορικούς περιορισμούς και ανατρέποντας ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί επί δεκαετίες.
Ωστόσο, το οικονομικό κόστος δεν περιορίστηκε στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Οι δασμοί επιβάρυναν επιχειρήσεις που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες και εξαρτήματα, αύξησαν την αβεβαιότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και συνέβαλαν στην ανοδική πίεση των τιμών.
Ιδιαίτερα στις αγροτικές πολιτείες, οι οποίες αποτελούν σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης των Ρεπουμπλικανών, οι εμπορικές αντιπαραθέσεις δημιούργησαν πρόσθετα προβλήματα για παραγωγούς που εξαρτώνται από τις εξαγωγές. Έτσι, μια πολιτική που είχε παρουσιαστεί ως μέσο οικονομικής προστασίας των Αμερικανών, μετατράπηκε σε πηγή πρόσθετης ανασφάλειας για αρκετούς από τους ανθρώπους στους οποίους απευθυνόταν.
2. Η ακρίβεια που ο Τραμπ υποτίμησε
Το δεύτερο και ενδεχομένως σημαντικότερο λάθος ήταν η απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές διακηρύξεις περί οικονομικής επιτυχίας και στην πραγματικότητα που αντιμετώπιζαν τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Ο Τραμπ είχε επιστρέψει στον Λευκό Οίκο, υποσχόμενος ότι θα περιορίσει τον πληθωρισμό, θα μειώσει τις τιμές και θα αποκαταστήσει την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Στην πράξη, όμως, οι καταναλωτές συνέχισαν να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές σε βασικά αγαθά, αυξημένο κόστος στέγασης και πιέσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Η δυσαρέσκεια αυτή αποδείχθηκε καθοριστική στις ενδιάμεσες εκλογές. Οι μετεκλογικές έρευνες ανέδειξαν την οικονομία ως βασική προτεραιότητα μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων, ενώ η αίσθηση ότι η κυβέρνηση δεν αντιλαμβανόταν το μέγεθος των καθημερινών δυσκολιών λειτούργησε εις βάρος των Ρεπουμπλικανών.
Το πρόβλημα επιδεινώθηκε από την αντίθεση ανάμεσα στις δημόσιες αναφορές του Τραμπ σε ιστορικές χρηματιστηριακές επιδόσεις και στις ανησυχίες των πολιτών για το κόστος της βενζίνης, των τροφίμων και της κατοικίας. Η άνοδος της Wall Street δεν αρκούσε για να πείσει τους ψηφοφόρους ότι η οικονομική τους κατάσταση βελτιωνόταν.
Για ένα πολιτικό κίνημα που είχε οικοδομήσει την ταυτότητά του πάνω στην υπεράσπιση των οικονομικά πιεσμένων Αμερικανών, αυτή η απόσταση αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιζήμια.
3. Ο πόλεμος στο Ιράν που ανέτρεψε την υπόσχεση για ειρήνη
Η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο με το Ιράν προσέθεσε μια ακόμη αντίφαση στην πολιτική φυσιογνωμία του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ως ηγέτη που θα απέτρεπε νέες μακροχρόνιες στρατιωτικές περιπέτειες, επικρίνοντας επανειλημμένα το κόστος προηγούμενων αμερικανικών επεμβάσεων.
Ωστόσο, η σύγκρουση με το Ιράν εξελίχθηκε σε ένα από τα σοβαρότερα πολιτικά προβλήματα της δεύτερης θητείας του.
Η αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές, οι επιπτώσεις στη διακίνηση πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ και η άνοδος των τιμών των καυσίμων είναι στοιχεία που επηρέασαν άμεσα την αμερικανική οικονομία.
Ο πόλεμος μετατράπηκε έτσι, από ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, σε καθημερινό οικονομικό πρόβλημα για εκατομμύρια ψηφοφόρους. Το μέγεθος της πολιτικής ζημιάς αναγνώρισε και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος απέδωσε ευθέως την ήττα των Ρεπουμπλικανών στον πόλεμο.
Η σύγκρουση προκάλεσε επίσης αντιδράσεις στο εσωτερικό του M.A.G.A., όπου ένα μέρος των υποστηρικτών του Τραμπ είχε ταυτιστεί με την υπόσχεση αποφυγής νέων στρατιωτικών επεμβάσεων.
Ακόμη και αν ο Λευκός Οίκος -αλλά και ο ίδιος ο Τραμπ- εξακολουθεί να υπερασπίζεται τη στρατιωτική επιχείρηση ως αναγκαία για την αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν, το εκλογικό κόστος της αποδείχθηκε δύσκολο να αγνοηθεί.
4. Οι υποψήφιοι του Τραμπ και η παγίδα της προσωπικής πίστης
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της εκλογικής ήττας ήταν η αδυναμία πολλών Ρεπουμπλικανών υποψηφίων να αποστασιοποιηθούν από τον πρόεδρο.
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, ο Τραμπ μετέτρεψε την προσωπική αφοσίωση προς τον ίδιο σε ένα από τα βασικά κριτήρια πολιτικής επιβίωσης στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Η υποστήριξή του μπορούσε να καθορίσει το αποτέλεσμα εσωκομματικών αναμετρήσεων, ενώ οι πολιτικοί που τον αμφισβητούσαν αντιμετώπιζαν συχνά σοβαρές δυσκολίες στις προκριματικές εκλογές.
Η τακτική αυτή, όμως, δημιούργησε προβλήματα, όταν οι Ρεπουμπλικανοί χρειάστηκε να απευθυνθούν στο ευρύτερο εκλογικό σώμα. Σε κρίσιμες αναμετρήσεις, η στενή ταύτιση με τον Τραμπ αποτέλεσε αντικείμενο επιθέσεων από τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι επιχείρησαν να μετατρέψουν την ψήφο σε δημοψήφισμα για τη δεύτερη προεδρική θητεία του.
Οι απώλειες επεκτάθηκαν ακόμη και σε πολιτείες με μακρά παράδοση στήριξης των Ρεπουμπλικανών, αποκαλύπτοντας τα όρια της εκλογικής επιρροής του προέδρου. Η πιο χαρακτηριστική αντίφαση είναι ότι, ενώ ο Τραμπ εξακολουθούσε να συγκεντρώνει χιλιάδες υποστηρικτές στις προεκλογικές του συγκεντρώσεις, αυτή η κινητοποίηση δεν μεταφέρθηκε αυτομάτως στους υποψηφίους του κόμματος.
Ο ίδιος παραδέχθηκε ουσιαστικά αυτή τη δυσκολία μετά το αποτέλεσμα, υποστηρίζοντας ότι οι Ρεπουμπλικανοί δεν κατάφεραν να μετατρέψουν την προσωπική αγάπη των ψηφοφόρων προς εκείνον σε εκλογική υποστήριξη προς τους ίδιους.
Η εξέλιξη ανέδειξε ένα δομικό πρόβλημα του κινήματος M.A.G.A.: τη μεγάλη εξάρτησή του από την προσωπικότητα ενός πολιτικού που δεν μπορεί να βρίσκεται σε κάθε ψηφοδέλτιο.
5. Από την εξέγερση κατά των ελίτ στην εικόνα μιας κυβέρνησης δισεκατομμυριούχων
Το πέμπτο λάθος αφορά στην ίδια την πολιτική ταυτότητα του τραμπισμού.
Το 2016, ο Τραμπ παρουσίασε την υποψηφιότητά του ως εξέγερση απέναντι σε ένα πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, που είχε εγκαταλείψει τη μεσαία και την εργατική τάξη.
Η υπόσχεσή του ότι θα ανατρέψει το σύστημα της Ουάσινγκτον αποτέλεσε βασικό στοιχείο της εκλογικής του επιτυχίας. Δέκα χρόνια αργότερα, η εικόνα της κυβέρνησής του ήταν διαφορετική.
Οι στενές σχέσεις με μεγάλους επιχειρηματίες, οι δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ, ιδιαίτερα στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, και οι καταγγελίες για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων δημιούργησαν ερωτήματα για το κατά πόσον η κυβέρνηση υπηρετούσε πράγματι τους πολίτες που είχε υποσχεθεί να προστατεύσει.
Οι καταγγελίες ότι ο Τραμπ και το οικογενειακό του περιβάλλον φέρονται να έχουν αποκομίσει σημαντικά οικονομικά οφέλη από επιχειρηματικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα σε μια περίοδο, κατά την οποία εκατομμύρια Αμερικανοί αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.
Παράλληλα, τα μεγάλα κατασκευαστικά σχέδια του Τραμπ στην Ουάσινγκτον, συμπεριλαμβανομένης της νέας αίθουσας δεξιώσεων στον Λευκό Οίκο, προσέφεραν στους αντιπάλους του ένα συμβολικό επιχείρημα για την απόσταση ανάμεσα στις προτεραιότητες της προεδρίας και στις ανάγκες των νοικοκυριών.
Το ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά η προσωπική περιουσία του Τραμπ. Είναι η αντίφαση ανάμεσα σε ένα κίνημα που υποσχέθηκε να περιορίσει την επιρροή των οικονομικών ελίτ και σε μια κυβερνητική πολιτική, που κατηγορείται ότι ευνοεί συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Η εκλογική ήττα αποκάλυψε τις ρωγμές στο οικοδόμημα του 2016
Οι πέντε αυτές αστοχίες συνδέονται με ένα ευρύτερο πολιτικό πρόβλημα: την αποδυνάμωση της κοινωνικής συμμαχίας που επέτρεψε στον Τραμπ να επικρατήσει στις προεδρικές εκλογές του 2016 και να επιστρέψει στον Λευκό Οίκο το 2024.
Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υπό την ηγεσία του είχε καταφέρει να προσελκύσει ψηφοφόρους που παραδοσιακά δεν αποτελούσαν μέρος της σταθερής του εκλογικής βάσης.
Εργαζόμενοι χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο, κάτοικοι βιομηχανικών περιοχών, τμήματα της ισπανόφωνης κοινότητας και νεότεροι ψηφοφόροι είχαν συμβάλει στην πολιτική του ενίσχυση.
Η οικονομική δυσφορία και οι πολιτικές επιλογές της δεύτερης θητείας φαίνεται ότι επηρέασαν αρνητικά τη συνοχή αυτού του συνασπισμού.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες εγκαταλείπουν οριστικά τους Ρεπουμπλικανούς. Καταδεικνύει, όμως, ότι η προσωπική απήχηση του Τραμπ δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει σταθερές εκλογικές πλειοψηφίες.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ότι η ήττα σημειώθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρόεδρος είχε ήδη εδραιώσει τον έλεγχό του στο κόμμα, περιορίζοντας σημαντικά την επιρροή των παραδοσιακών εσωκομματικών αντιπάλων του.
Έτσι, οι Ρεπουμπλικανοί βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δύσκολο δίλημμα: να συνεχίσουν να ταυτίζονται πλήρως με τον Τραμπ ή να επιχειρήσουν τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής ταυτότητας ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.
Η επόμενη διετία
Η απώλεια του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα του Τραμπ να προωθήσει τη νομοθετική του ατζέντα.
Από τον Ιανουάριο, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να μπλοκάρουν κυβερνητικές πρωτοβουλίες, να εντείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και να προχωρήσουν σε έρευνες για αποφάσεις και δραστηριότητες της κυβέρνησης.
Ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει σημαντικές προεδρικές εξουσίες, ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική, καθώς και το δικαίωμα του βέτο. Ωστόσο, η δυνατότητά του να επιβάλει μονομερώς τις προτεραιότητές του στο Κογκρέσο θα είναι πλέον πολύ πιο περιορισμένη.
Για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ο Τραμπ παραμένει το κυρίαρχο πρόσωπο του M.A.G.A., αλλά οι συνταγματικοί περιορισμοί δεν του επιτρέπουν να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία.
Η συζήτηση για τη διαδοχή του αποκτά, συνεπώς, νέα δυναμική, με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και άλλα στελέχη να καλούνται να απαντήσουν σε ένα ουσιαστικό ερώτημα: μπορεί ο τραμπισμός να διατηρήσει την εκλογική του επιρροή, χωρίς τον ίδιο τον Τραμπ;
Η ανάλυση των Financial Times αναδεικνύει το μέγεθος της πολιτικής ανατροπής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η επιρροή του Τραμπ ή του κινήματός του έχει εξαφανιστεί. Η ιστορία των τελευταίων δέκα ετών έχει δείξει, άλλωστε, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα ανακάμψει από πολιτικές ήττες που θεωρούνταν καθοριστικές.
Αυτή τη φορά, όμως, η διαφορά είναι ότι η εκλογική αποδοκιμασία συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές που εφάρμοσε και με τις οικονομικές υποσχέσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η άνοδός του.
Ο άνθρωπος που πριν από μία δεκαετία υποσχέθηκε να ανατρέψει το πολιτικό σύστημα της Ουάσινγκτον βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με την αντίδραση των ίδιων των ψηφοφόρων που είχε πείσει ότι μπορούσε να το αλλάξει.