Ο Λευκός Οίκος ζήτησε την Παρασκευή 152 εκατομμύρια δολάρια στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό του 2027, με στόχο να επαναλειτουργήσει το Αλκατράζ ως φυλακή υψίστης ασφαλείας, σε συνέχεια της περσινής πρωτοβουλίας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την επιστροφή του ιστορικού νησιωτικού συγκροτήματος σε σωφρονιστική χρήση.
Σήμερα το νησάκι είναι δημοφιλής τουριστικός προορισμός στον Κόλπο του Σαν Φρανσίσκο.
Το αίτημα εντάχθηκε στην πρόταση του προϋπολογισμού που ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε για τη χρηματοδότηση της κυβέρνησης για το οικονομικό έτος 2027.
Τέτοιους είδους αιτήματα για δαπάνες τα διαχειρίζονται συνήθως οι βουλευτές στο Κογκρέσο ως προτάσεις.
Ο προϋπολογισμός ζητά κεφάλαια για το Ομοσπονδιακό Γραφείο Φυλακών προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα των εργασιών της πρώτης χρονιάς με στόχο την ανοικοδόμηση του Αλκατράζ σε μια «υπερσύγχρονη φυλακή ασφαλείας».
Το Αλκατράζ έκλεισε το 1969 και το διαχειρίζεται η Υπηρεσία Εθνικών Παρκών.
Τον περασμένο Μάιο, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι κατευθύνει το Γραφείο Φυλακών, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης και άλλες αρχές να «ανοίξουν εκ νέου ένα ουσιαστικά μεγαλύτερο και ανακαινισμένο Αλκατράζ, προκειμένου να στεγάσει τους πιο αδίστακτους και βίαιους παραβάτες της Αμερικής».
Το Αλκατράζ, που άνοιξε το 1934, είχε θεωρηθεί η ασφαλέστερη φυλακή της Αμερικής δεδομένης της τοποθεσίας του νησιού, των παγωμένων νερών και των ισχυρών ρευμάτων.
Καμία επιτυχημένη απόδραση δεν είχε καταγραφεί επισήμως, αν και πέντε κρατούμενοι αναφερόνται ως «αγνοούμενοι και πιθανολογούμενα πνιγμένοι».
Πριν από το κλείσιμό της, «φιλοξένησε» διαβόητους εγκληματίες όπως ο Αλ Καπόνε και ο Τζέιμς «Ουάιτι» Μπάλτζερ.
Το Γραφείο Φυλακών αναφέρει στον ιστότοπό του πως έκλεισε, διότι ήταν πολύ ακριβή για να συνεχίσει να λειτουργεί, σημειώνοντας πως το κόστος λειτουργίας της είναι σχεδόν τριπλάσιο σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη ομοσπονδιακή φυλακή.