Η παράλειψη υποβολής κλήσης για οδηγίες καθιστά την αγωγή εγκαταλειφθείσα και απορριπτέα

Η χρονική προθεσμία των ενενήντα ημερών από την ημερομηνία που τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα για υποβολή κλήσης για οδηγίες, με βάση τη δικονομική διάταξη 30, είναι επιτακτική και τυχόν παράλειψη μη συμμόρφωσης ή εκπρόθεσμης συμμόρφωσης δεν διασώζει την αγωγή Η εναρκτήρια αίτηση και την καθιστά εγκαταλειφθείσα και απορριπτέα, με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα ή αιτητή.

Το θέμα σχετίζεται με την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και σε περίπτωση παράλειψης δεν θεωρείται παρατυπία που θα μπορούσε να θεραπευθεί, έστω και με τη συγκατάθεση του άλλου διαδίκου. Το ζήτημα μπορεί να εγερθεί χρονικά οποτεδήποτε και επηρεάζει τόσο αγωγή όσο και εναρκτήρια αίτηση, η οποία ισοδυναμεί με πρωτογενή αίτηση, στην οποία αξιώνονται τελικές θεραπείες. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν εναρκτήρια αίτηση και ένσταση αποτελούν τις έγγραφες προτάσεις. Η πρόνοια της διάταξης 30 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και στην περίπτωση υποθέσεων των δικαστηρίων ειδικής δικαιοδοσίας, όπως είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, το Οικογενειακό Δικαστήριο και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση δεν έχει εξουσία και είναι δεσμευμένο να απορρίψει την υπόθεση ως εγκαταλειφθείσα.  

Οι διάδικοι, όπως και οι δικηγόροι, υποχρεούνται να επιδεικνύουν κάθε δυνατή επιμέλεια στην ταχύτερη προώθηση της υπόθεσης, όπως το ίδιο και ο εναγόμενος στην περίπτωση καταχώρησης ανταπαίτησης. Η δικονομική πειθαρχία αποτελεί ζήτημα ουσίας και κάθε διάδικος οφείλει να συμβάλλει όπως η υπόθεση του διεκπεραιώνεται σύντομα και με το λιγότερο κόστος. Δε συνυπάρχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να εξετάσει τον λόγο που οδήγησε στην καθυστέρηση ή τη μη συμμόρφωση και η προσήλωση στη δικονομική πρόνοια είναι επιτακτική.

Σύμφωνα με τη διάταξη 30, ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός 90 ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε μέτρο στην αγωγή, να εκδώσει κλήση για οδηγίες. Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το δικαστήριο δύναται είτε να απορρίψει την αγωγή είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες. Σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι ανωτέρω προθεσμίες, η αγωγή θεωρείται εγκαταλειφθείσα και η υπόθεση τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου προς απόρριψη, με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα. Η έννοια του ενάγοντα καλύπτει και τον διάδικο που ανταπαιτεί στην ανταπαίτηση.  

Ο πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου κ. Χρίστος Γ. Φιλίππου, στην απόφαση που εξέδωσε στην αίτηση/έφεση 145/2017, ημερ.29.1.2020, που αφορούσε έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να εγγράψει ακίνητα με ΑΕΑ στο όνομα αιτητή, αναλύει τη διάταξη 30 και τις διαστάσεις της, υποδεικνύοντας τη σοβαρότητα της υποχρέωσης των διαδίκων προς συμμόρφωση. Τόνισε ότι η πιο πάνω διάταξη σκοπό έχει να καταστήσει τους διαδίκους συλλειτουργούς στο έργο για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Έκρινε ότι η αίτηση/έφεση που τέθηκε ενώπιον του αποτελεί εναρκτήρια αίτηση η οποία ισοδυναμεί με πρωτογενή διαδικασία, με την οποία αξιώνονται ουσιαστικές και τελικές θεραπείες και συνεπώς εμπίπτει στον όρο «αγωγή» ως αυτός απαντάται στο άρθρο 2 του Ν.14/60.

Όπως και με τα δικαστήρια ειδικών δικαιοδοσιών, τόνισε, τα οποία έχουν και ακολουθούν τους δικούς τους οικείους διαδικαστικούς κανονισμούς και παρά ταύτα οφείλουν να εφαρμόσουν τη νέα Δ.30, το ίδιο ισχύει και με τις πρωτογενείς αιτήσεις που καταχωρούνται ενώπιον των Επαρχιακών Δικαστηρίων, όπου δεν μπορεί να υπάρξει απόκλιση και την οποία οι διάδικοι οφείλουν να εφαρμόζουν. Η νέα διαταγή δεν προνοεί ότι στις πρωτογενείς αιτήσεις ή εναρκτήριες αιτήσεις ο αιτητής δεν οφείλει να εκδίδει την κλήση για οδηγίες. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε να εξαιρέσει τις πρωτογενείς αιτήσεις τότε πολύ απλά θα το διατύπωνε ρητά στη διάταξη. Εφόσον στις αγωγές ο ενάγων οφείλει να καταχωρήσει κλήση για οδηγίες εντός 90 ημερών από τη συμπλήρωση των δικογράφων, έτσι και στις πρωτογενείς αιτήσεις ο αιτητής έχει την ίδια υποχρέωση και θα πρέπει να εφαρμόσει τα όσα προβλέπονται στη νέα διάταξη.

Κατέληξε ότι η πιο πάνω υποχρέωση των αιτητών να καταχωρήσουν την προνοούμενη κλήση για οδηγίες, είναι επιτακτική για την προώθηση της αίτησης/έφεσης. Η εν λόγω παράλειψη τους συνιστά σοβαρή ουσιώδη παρατυπία, σοβαρό ουσιώδες λάθος, το οποίο δεν είναι θεραπεύσιμο. Το δικαστήριο στερείται εξουσίας να επιληφθεί της αίτησης/έφεσης αφού αυτή έχει καταστεί νομικά αβάσιμη και το δικαστήριο έχει δέσμια αρμοδιότητα να την απορρίψει ως εγκαταλειφθείσα.  

* Δικηγόρος στη Λάρνακα