Σε περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας, οι περισσότερες οικονομίες εστιάζουν στους κινδύνους. Οι πιο στρατηγικές, όμως, εστιάζουν στη μετατόπιση κεφαλαίων, επιχειρήσεων και ανθρώπων που προκαλεί η ίδια η αστάθεια.
Αυτό ακριβώς βρίσκεται σήμερα μπροστά στην Κύπρο.
Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, οι εντάσεις μεταξύ Δύσης και Κίνας, η ενεργειακή αβεβαιότητα και η αυξανόμενη αστάθεια σε πολλές περιοχές του κόσμου αλλάζουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήσεις, επενδυτές και οικογένειες επιλέγουν πού να ζήσουν, πού να μεταφέρουν δραστηριότητες και πού να τοποθετήσουν κεφάλαια.
Η γεωπολιτική δεν αποτελεί πλέον απλώς παράγοντα ρίσκου. Αποτελεί παράγοντα ανακατανομής παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευκαιρία για την Κύπρο και ειδικότερα για τον τομέα ακινήτων.
Η χώρα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί μεγάλες οικονομίες σε μέγεθος ή βιομηχανική ισχύ. Μπορεί όμως να ανταγωνιστεί σε κάτι εξίσου σημαντικό: σταθερότητα, ταχύτητα προσαρμογής, ποιότητα ζωής και δυνατότητα πρόσβασης σε ένα ασφαλές ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Ήδη, η αγορά ακινήτων καταγράφει μια ουσιαστική μεταβολή. Ο διεθνής αγοραστής δεν έρχεται πλέον μόνο για επένδυση ή φορολογικό σχεδιασμό. Έρχεται για μετεγκατάσταση. Για ασφάλεια.
Αυτή η αλλαγή είναι βαθιά δομική, και όχι προσωρινή.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η χώρα μας μπορεί να επωφεληθεί από τη γεωπολιτική αστάθεια. Το ερώτημα είναι αν διαθέτει τη στρατηγική ωριμότητα να το κάνει οργανωμένα.
Για να συμβεί αυτό, απαιτείται μια νέα προσέγγιση σε επίπεδο κράτους αλλά και αγοράς.
Πρώτο, η Κύπρος πρέπει να αντιμετωπίσει το real estate όχι απομονωμένα, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής ανταγωνιστικότητας. Η αγορά ακινήτων δεν αφορά μόνο πωλήσεις κατοικιών. Συνδέεται άμεσα με την προσέλκυση επιχειρήσεων, τα κεντρικά γραφεία εταιρειών, την τεχνολογία, την εκπαίδευση, τις επαγγελματικές υπηρεσίες και την απασχόληση υψηλής αξίας.
Όταν μια διεθνής εταιρεία εξετάζει μετεγκατάσταση προσωπικού, αξιολογεί συνολικά το οικοσύστημα: ποιότητα κατοικίας, σχολεία, υποδομές, ταχύτητα αδειοδοτήσεων, συνδεσιμότητα, υπηρεσίες και ποιότητα ζωής.
Δεύτερο, απαιτείται ταχύτητα. Σε περιόδους γεωπολιτικής μεταβλητότητας, οι αποφάσεις μετακίνησης κεφαλαίων και ανθρώπων λαμβάνονται γρήγορα. Οι χώρες που λειτουργούν με αργές διαδικασίες χάνουν ευκαιρίες που μεταφέρονται αλλού.
Η επιτάχυνση των πολεοδομικών και οικοδομικών αδειοδοτήσεων δεν αποτελεί πλέον μόνο διοικητική μεταρρύθμιση. Είναι εργαλείο οικονομικής στρατηγικής.
Τρίτο, η αγορά πρέπει να επενδύσει περισσότερο στη δημιουργία ολοκληρωμένων κοινοτήτων και όχι απλώς μεμονωμένων έργων. Οι σύγχρονοι αγοραστές ακινήτων αναζητούν τρόπο ζωής: πράσινους χώρους, αθλητικές υποδομές, υπηρεσίες, ψηφιακή συνδεσιμότητα, βιωσιμότητα και αίσθηση κοινότητας.
Τέταρτο, η Κύπρος οφείλει να επενδύσει περισσότερο στη φήμη και στη διεθνή της εικόνα. Σε περιόδους αβεβαιότητας, η εμπιστοσύνη αποκτά τεράστια αξία. Οι επενδυτές και οι οικογένειες δεν αγοράζουν μόνο ακίνητα. Αγοράζουν προβλεψιμότητα.
Τέλος, ίσως το σημαντικότερο: η Κύπρος πρέπει να σταματήσει να αντιμετωπίζει τη γεωπολιτική αστάθεια αποκλειστικά αμυντικά.
Κάθε μεγάλη περίοδος παγκόσμιας αναταραχής δημιουργεί νέους οικονομικούς χάρτες. Κάποιες χώρες περιορίζονται στη διαχείριση των συνεπειών. Άλλες επανατοποθετούνται στρατηγικά.
Η Κύπρος έχει σήμερα μια σπάνια δυνατότητα να εξελιχθεί από περιφερειακή αγορά ακινήτων σε ολοκληρωμένο κόμβο εγκατάστασης επιχειρήσεων, ταλέντου και διεθνούς κεφαλαίου.
Αυτό, όμως, δεν θα συμβεί αυτόματα.
Θα απαιτήσει συντονισμό μεταξύ κράτους, τοπικών αρχών, developers, επαγγελματικών υπηρεσιών, επενδυτικών φορέων και ολόκληρης της οικονομίας.
Θα ανήκουν στις χώρες που κινούνται γρηγορότερα από τις υπόλοιπες.
* Πρόεδρος του Συνδέσμου Ανάπτυξης Ακινήτων