Τις μέρες που βλέπαμε τη θερμοκρασία να ανεβαίνει και ανησυχούσαμε για τη δυνατότητα του ηλεκτρικού συστήματος να καλύψει τις ανάγκες ηλεκτροδότησης, αξιοποιώντας ό,τι έχει και δεν έχει η ΑΗΚ, από την πιο δαπανηρή έως την πιο ρυπογόνα γεννήτρια, το ευρωπαϊκό Συμβούλιο δημοσίευε ένα προσχέδιο συστάσεων προς την Κύπρο για το 2026-27.

Όπως αναμενόταν, μεγάλο μέρος των συστάσεων αφορά τα ενεργειακά μας. Που δεν έχουν, απλώς, τα χάλια τους, καθίστανται επικίνδυνα για την ομαλή διαβίωση και την οικονομική δραστηριότητα.

Διαβάζοντας το περίγραμμα των συστάσεων, όπως τις δημοσίευσε στον «Φ» η Θεανώ Θειοπούλου, προκαλεί αίσθηση η απόσταση που έχουν μεταξύ τους ο δρόμος που πήραμε ως Κύπρος στο κεφαλαιώδες θέμα του ενεργειακού εφοδιασμού και του δρόμου που μάς δείχνει η ΕΕ.

Στον δημόσιο διάλογο δεσπόζει η έλλειψη επάρκειας σε ώρες αιχμής. Είναι θέμα που συζητούμε για χρόνια και αδυνατούμε -για χρόνια- να το λύσουμε. Και φτάσαμε να ελπίζουμε πως, όσες αποκοπές και αν γίνουν φέτος, θα καταφέρουμε του χρόνου τέτοιες μέρες να έχουμε τις πρώτες μπαταρίες. Μπαταρίες για υποστήριξη του δικτύου άλλες χώρες της ΕΕ έχουν εδώ και χρόνια.

Όμως, το πρόβλημα ασφάλειας και επάρκειας ηλεκτρισμού δεν λύνεται μόνο με μπαταρίες. Λύνεται με «σιδεροκέφαλη» παραγωγή, από σύγχρονες, αποδοτικές και κατά το δυνατό λιγότερο ρυπογόνες συμβατικές μονάδες. Ως η βάση πάνω στην οποία θα πατήσουν τα φωτοβολταϊκά, για να δώσουν το μέγιστο της παραγωγής τους.

Δυστυχώς, οι παλινωδίες που προηγήθηκαν για πολλά χρόνια μάς έφεραν σε ένα σημείο που, ενώ το Συμβούλιο της ΕΕ μάς καλεί «να μειώσουμε την εξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα και να επιταχύνουμε τη μετάβαση σε διαφοροποιημένο και βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο», εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να βγαίνουμε σε επείγουσες προσφορές για γεννήτριες που χρησιμοποιούν ντίζελ, για να διασφαλίσουμε την απρόσκοπτη ηλεκτροδότηση τα επόμενα χρόνια. Και κυρίως μετά το 2030, όταν θα έχουμε μια απώλεια παραγωγής 300-400 μεγαβάτ, ίσως και μεγαλύτερη, αν απαγορευτεί και η χρήση κάποιων μονάδων στο Βασιλικό, πέραν εκείνων της Δεκέλειας.

Γράφει το Συμβούλιο, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Θεανώς, πώς «η Κύπρος παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα, με το πετρέλαιο και τα παράγωγα προϊόντα να αντιστοιχούν στο 85,2% της ακαθάριστης ενεργειακής κατανάλωσης το 2024». Είναι αλήθεια πως η χώρα έκανε πολύ μεγάλα βήματα την τελευταία 3τία για την αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας και είναι σε θέση, σε κάποιες χρονικές φάσεις εντός του έτους… και εντός της ημέρας να καλύπτει το 1/3 ή και το 1/2 ή και παραπάνω των αναγκών της μέσω φωτοβολταϊκών. Δεν αρκεί, πρέπει να κάνουμε τάχιστα και άλλα βήματα, αξιοποιώντας, με προσοχή και κοστοστρέφεια και αποθηκευτικά συστήματα.

Είναι όμως γεγονός πως οι συστάσεις της ΕΕ για απεξάρτηση από το πετρέλαιο μοιάζουν να μην απευθύνονται ακριβώς σε εμάς, διότι εμείς δεν μπορούμε να απεξαρτηθούμε από το πετρέλαιο τα επόμενα αρκετά χρόνια. Απλά δεν μπορούμε. Και όταν το κάνουμε, θα το κάνουμε υπέρ του φυσικού αερίου, αν καταφέρουμε και εισαχθεί, την ώρα που σε άλλες χώρες της Ένωσης ξεκίνησε ήδη η διαδικασία σταδιακής απεξάρτησης και από αυτό το καύσιμο.

Το Συμβούλιο μάς καλεί σε «ανάπτυξη ενεργειακών διασυνδέσεων με γειτονικές χώρες», κάτι που επίσης… δεν μας πολυαφορά, καθώς είναι κάτι που δεν θα γίνει τα επόμενα 5-6 χρόνια τουλάχιστο. Και, για να λέμε και το δίκαιο παράπονό μας, την ώρα που ζητούμε την έμπρακτη στήριξη της ΕΕ για να σωπάσουν εν τη γενέσει τους οι όποιες τουρκικές ενστάσεις, η Ένωση κοιτάζει από την άλλη.

Με αυτά και με άλλα, μοιάζουμε να μην είμαστε κανονική χώρα μέλος της ΕΕ ούτε στα ενεργειακά. Και δεν γίνεται να μην μας προβληματίζει και να μην μας ανησυχεί.