Οι πρόσφατες διακοπές ηλεκτρισμού επανέφεραν, δικαιολογημένα, το ζήτημα της επάρκειας στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Σύμφωνα με τον ΔΣΜΚ, η ανάγκη για ελεγχόμενη απόρριψη φορτίου προέκυψε από τον συνδυασμό αυξημένης ζήτησης και έκτακτων βλαβών σε συμβατικές μονάδες συνολικής ισχύος περίπου 165 MW. 

Οι βλάβες, όμως, δεν αποτελούν κάτι αδιανόητο για ένα ηλεκτρικό σύστημα. Αντιθέτως, είναι περιστατικά για τα οποία ένα σωστά σχεδιασμένο σύστημα οφείλει να διαθέτει επαρκή εφεδρεία και εναλλακτικές λύσεις.

Επάρκεια δεν σημαίνει απλώς ότι η χώρα διαθέτει στα χαρτιά αρκετά εγκατεστημένα μεγαβάτ. Σημαίνει ότι μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να καλύψει τη ζήτηση με μονάδες που είναι πραγματικά διαθέσιμες, με επαρκή λειτουργική εφεδρεία, αποθήκευση, απόκριση ζήτησης και ασφαλή δίκτυα. Σημαίνει επίσης ότι το σύστημα μπορεί να αντέξει την απώλεια μιας ή περισσότερων μονάδων χωρίς να διακόπτεται η παροχή προς τους καταναλωτές.

Στην Κύπρο, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Είμαστε ένα απομονωμένο ηλεκτρικό σύστημα, χωρίς τη δυνατότητα να εισαγάγουμε άμεσα ηλεκτρισμό όταν παρουσιαστεί έλλειμμα. Παράλληλα, διαθέτουμε πλέον μεγάλη φωτοβολταϊκή παραγωγή το μεσημέρι, αλλά πολύ μικρότερη δυνατότητα αξιοποίησής της κατά τη βραδινή αιχμή. Για τον λόγο αυτό, η επάρκεια δεν μπορεί να εξετάζεται μόνο με βάση τη συνολική ζήτηση ή την ονομαστική ισχύ των μονάδων. Ακόμη και εάν η μέγιστη ζήτηση που καλύπτεται από συμβατική παραγωγή δεν έχει διαφοροποιηθεί δραματικά την τελευταία δεκαετία, ο κίνδυνος αυξάνεται όταν μειώνεται η πραγματικά διαθέσιμη ισχύς ή δεν υπάρχει επαρκής αποθήκευση και ευελιξία.

Το σημερινό πρόβλημα δεν δημιουργήθηκε μέσα σε μία νύχτα. Το 2017 η ΡΑΕΚ έθεσε ως δεσμευτικό στόχο την πλήρη λειτουργία της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού την 1η Ιουλίου 2019. Η μεταβατική ρύθμιση σχεδιάστηκε ακριβώς για να καλύψει το σύντομο διάστημα μέχρι την έναρξη της νέας αγοράς. Τελικά, όμως, η ανταγωνιστική αγορά τέθηκε σε λειτουργία μόλις την 1η Οκτωβρίου 2025. Μια προσωρινή γέφυρα δύο περίπου ετών μετατράπηκε σε καθεστώς οκτώ ετών.

Η καθυστέρηση αυτή συνδέεται άμεσα με την απουσία αποθήκευσης σε σημαντική κλίμακα. Το 2019 αφαιρέθηκε η απαίτηση υποχρεωτικής αποθήκευσης για μεγάλα έργα ΑΠΕ, με τη λογική ότι η επικείμενη ανταγωνιστική αγορά θα επέβαλλε προγράμματα έγχυσης και χρεώσεις αποκλίσεων, δημιουργώντας από μόνη της το οικονομικό κίνητρο για αποθήκευση. Η ΡΑΕΚ εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι, με τη λειτουργία της αγοράς, η υποχρεωτική αποθήκευση καθίσταται «άνευ αντικειμένου».

Η προσέγγιση αυτή μπορεί να έχει θεωρητική βάση μόνο όταν η αγορά λειτουργεί πράγματι και εγκαίρως. Όταν, όμως, η λειτουργία της καθυστερεί για ακόμη έξι χρόνια, το αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει ούτε κανονική υποχρέωση αποθήκευσης, ούτε πραγματικό αγοραίο σήμα για την εγκατάστασή της. Αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κομματικό σύνθημα, αλλά ως θεσμικό μάθημα: κάθε ρυθμιστική απόφαση πρέπει να επανεξετάζεται όταν οι βασικές παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε δεν υλοποιούνται και αυτό ουσιαστικά έκανε ο υπογράφων. 

Οι ανάγκες ήταν γνωστές. Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα εξέταζε σενάρια με νέα ευέλικτη μονάδα συνδυασμένου κύκλου ισχύος 216 MW από το 2024, αντλησιοταμίευση 130 MW με διάρκεια οκτώ ωρών, μπαταρίες, απόκριση ζήτησης και ηλεκτρική διασύνδεση. Δεν αποτελούσαν όλα αυτά αυτόματες εντολές κατασκευής, αποδείκνυαν όμως ότι η ανάγκη για νέα συμβατική ισχύ, αποθήκευση και ευελιξία είχε προσδιοριστεί εγκαίρως.

Το ίδιο ισχύει για τη διαχείριση της ζήτησης. Από το 2023 υπάρχει ρυθμιστικό πλαίσιο για δυναμικές διατιμήσεις, αλλά χωρίς εκτεταμένη εγκατάσταση έξυπνων μετρητών ο καταναλωτής δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Η μαζική εγκατάσταση έξυπνων μετρητών βρίσκεται πλέον σε εξέλιξη σε όλες τις επαρχίες (και αυτό με τη νυν Κυβέρνηση). Όταν ολοκληρωθεί, τα δυναμικά τιμολόγια θα μπορούν να μεταφέρουν μέρος της κατανάλωσης από τις ώρες αιχμής στις ώρες υψηλής παραγωγής ΑΠΕ. Ίσως μάλιστα θα μπορούσε αυτό να ξεκινήσει άμεσα από τώρα, πιλοτικά, σε όσες περιοχές έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν οι έξυπνοι μετρητές. 

Η έναρξη της ανταγωνιστικής αγοράς τον Οκτώβριο του 2025 αποτελεί, συνεπώς, σημαντικό βήμα, το οποίο πρέπει να πιστωθεί στην παρούσα Κυβέρνηση. Η αγορά μπορεί πλέον να αποτυπώνει πότε υπάρχει πλεόνασμα φθηνής ενέργειας και πότε υπάρχει έλλειψη ισχύος και ευελιξίας. Έχουν επίσης προχωρήσει το σχέδιο χορηγιών για αποθήκευση, μαζί με υφιστάμενα έργα ΑΠΕ, οι συμβάσεις για κεντρικά συστήματα 120 MW/400 MWh και ιδιωτικά έργα αποθήκευσης χωρίς κρατική επιδότηση, συνολικής ισχύος 231 MW και χωρητικότητας 570 MWh, τα οποία έχουν λάβει προκαταρκτικούς όρους σύνδεσης. (Σημ.: Μπορεί σήμερα να είναι περισσότερα). 

Δεν πρέπει, όμως, να δημιουργείται η εντύπωση ότι μια αγορά που λειτούργησε πριν από μερικούς μήνες μπορεί να διορθώσει μέσα σε μία μέρα καθυστερήσεις ετών. Χρειάζεται τουλάχιστον ένας πλήρης κύκλος λειτουργίας για να αξιολογηθούν σωστά οι τιμές και οι συμπεριφορές των συμμετεχόντων, ενώ απαιτούνται συνήθως δύο έως τρία χρόνια για αδειοδότηση, χρηματοδότηση, σύνδεση και κατασκευή σημαντικών έργων αποθήκευσης.

Το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η επιτάχυνση της εφαρμογής. Οι άδειες αποθήκευσης και οι όροι σύνδεσης πρέπει να εκδίδονται με σαφείς προθεσμίες, τυποποιημένες απαιτήσεις και ψηφιακές διαδικασίες. Η σειρά προτεραιότητας των έργων πρέπει να είναι δημόσια και οι Διαχειριστές να λογοδοτούν για τις καθυστερήσεις. Παράλληλα, τα εμπορικά έργα ΑΠΕ, οι ανεξάρτητοι παραγωγοί και οι προμηθευτές πρέπει να αναλαμβάνουν αναλογικό μέρος της ευθύνης για την επάρκεια, μέσω δικής τους αποθήκευσης, συμβάσεων εφεδρείας, απόκρισης ζήτησης ή άλλης πιστοποιημένης ευελιξίας. Δεν είναι ορθό η ΑΗΚ Παραγωγή να διατηρεί σχεδόν μόνη της την υποχρέωση κάλυψης της επάρκειας, ενώ οι υπόλοιποι συμμετέχοντες να περιορίζονται μόνο στα οφέλη από την αγορά.

Χρειάζεται, τέλος, αυστηρή εποπτεία των τιμών. Το όριο των €180/MWh (ανά ημίωρο) που εφαρμόστηκε προσωρινά στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την 1η Δεκεμβρίου 2022 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ευρωπαϊκό σημείο αναφοράς για έναν νόμιμο εθνικό μηχανισμό ανάκτησης ακραίων υπερβάλλοντων εσόδων, με τα ποσά να επιστρέφουν στους καταναλωτές μέσω της μείωσης τελών δικτύου και άλλων μη ανταγωνιστικών χρεώσεων.

Η επάρκεια ηλεκτρισμού σε μια χώρα είναι συλλογική υποχρέωση και όχι αποκλειστική ευθύνη ενός οργανισμού. Όποιος συμμετέχει στην αγορά και αποκομίζει έσοδα από αυτήν οφείλει να συμβάλλει αναλογικά και στην ασφάλεια του συστήματος. Η παρούσα Κυβέρνηση έσπασε την πολυετή αδράνεια με τη λειτουργία της αγοράς και την προώθηση της αποθήκευσης. Η επιτυχία, όμως, θα κριθεί τώρα από την ταχύτητα και τη συνέπεια με την οποία η ΡΑΕΚ, οι Διαχειριστές, η ΑΗΚ και η κρατική μηχανή αλλά και οι ιδιώτες συμμετέχοντες θα υλοποιήσουν όσα εδώ και χρόνια γνωρίζουμε ότι έπρεπε να γίνουν.

  • Τέως Υπουργός Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας.