Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης έχει εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Δεν αφορά πλέον μόνο την προστασία του περιβάλλοντος ή τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Σήμερα, η βιωσιμότητα βασίζεται στην ισόρροπη ανάπτυξη τριών αλληλένδετων πυλώνων, της οικονομικής ευημερίας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της κοινωνικής συνοχής.

Στο επίκεντρο αυτής της νέας προσέγγισης βρίσκονται οι κοινωνικές επιχειρήσεις. Πρόκειται για επιχειρήσεις που συνδυάζουν την οικονομική δραστηριότητα με την επίτευξη ενός κοινωνικού σκοπού. Σύμφωνα με τον περί Κοινωνικών Επιχειρήσεων Νόμο της Κύπρου (Ν. 207(Ι)/2020), λειτουργούν με επιχειρηματικά κριτήρια, έχοντας ως πρωταρχική αποστολή τη δημιουργία κοινωνικού ή και περιβαλλοντικού οφέλους και όχι την αποκλειστική μεγιστοποίηση του κέρδους. Στην πράξη, επανεπενδύουν σημαντικό μέρος της αξίας που παράγουν στην επίτευξη της κοινωνικής τους αποστολής, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αντιμετώπιση σύγχρονων κοινωνικών προκλήσεων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει πλέον τις κοινωνικές επιχειρήσεις ως βασικό εργαλείο για την υλοποίηση της Πράσινης Συμφωνίας, του Σχεδίου Δράσης για την Κοινωνική Οικονομία και της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Παράλληλα, αποτελούν σημαντικό μοχλό για την επίτευξη πολλών από τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών.

Οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης (Sustainable Development Goals – SDGs) αποτελούν το παγκόσμιο πλαίσιο δράσης που υιοθετήθηκε το 2015 από όλα τα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών στο πλαίσιο της Ατζέντας 2030. Οι 17 Στόχοι και οι 169 επιμέρους υποστόχοι τους αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των σημαντικότερων παγκόσμιων προκλήσεων της ανθρωπότητας, όπως η φτώχεια, οι κοινωνικές ανισότητες, η κλιματική αλλαγή, η προστασία του περιβάλλοντος, η υπεύθυνη παραγωγή και κατανάλωση, η ποιοτική εκπαίδευση και η αξιοπρεπής εργασία. Βασίζονται στην αρχή ότι η οικονομική ανάπτυξη, η κοινωνική ευημερία και η περιβαλλοντική προστασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και πρέπει να προωθούνται παράλληλα.  

Οι κοινωνικές επιχειρήσεις αποτελούν ένα από τα πλέον αποτελεσματικά εργαλεία για την υλοποίηση των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης. Συμβάλλουν ουσιαστικά στην προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας και της οικονομικής ανάπτυξης (Στόχος 8), στη μείωση των ανισοτήτων (Στόχος 10), στη δημιουργία βιώσιμων και κοινοτήτων (Στόχος 11), στην υπεύθυνη παραγωγή και κατανάλωση (Στόχος 12) και στην ανάπτυξη συνεργασιών για την επίτευξη των στόχων (Στόχος 17).

Η ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες κοινωνικής προόδου μιας χώρας. Παρότι τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της ίσης μεταχείρισης, εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια που περιορίζουν την πρόσβασή τους στην απασχόληση.

Η διαφορετικότητα δεν αποτελεί κόστος για μια επιχείρηση. Αντίθετα, η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι οι οργανισμοί που επενδύουν στη συμπερίληψη εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα καινοτομίας, μεγαλύτερη αφοσίωση του ανθρώπινου δυναμικού, ισχυρότερη εταιρική φήμη και καλύτερες επιδόσεις στη διοίκηση προσωπικού.

Παράλληλα, η μετάβαση προς τα πρότυπα ESG μεταβάλλει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται οι επιχειρήσεις. Η κοινωνική διάσταση (Social) αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, καθώς επενδυτές, πελάτες, εργαζόμενοι και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί αξιολογούν πλέον όχι μόνο τα οικονομικά αποτελέσματα μιας επιχείρησης αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το ανθρώπινο δυναμικό της, προωθεί τη διαφορετικότητα και δημιουργεί κοινωνική αξία.

Η ένταξη ατόμων με αναπηρία, η ισότητα ευκαιριών, οι πολιτικές διαφορετικότητας και η προσβασιμότητα δεν αποτελούν πλέον δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης με φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Αποτελούν βασικούς δείκτες σύγχρονης εταιρικής διακυβέρνησης, υπεύθυνης επιχειρηματικότητας και μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας.

Την ίδια στιγμή, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σημαντικές ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού, η αξιοποίηση των δεξιοτήτων ατόμων που μέχρι σήμερα παρέμεναν εκτός αγοράς εργασίας συνιστά μια σημαντική ευκαιρία τόσο για τις ίδιες τις επιχειρήσεις όσο και για την οικονομία συνολικά.

Η ΟΕΒ διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση ενός σύγχρονου επιχειρηματικού μοντέλου που συνδυάζει την ανταγωνιστικότητα με την κοινωνική υπευθυνότητα. Σημαντικό συνεργάτη στην προσπάθεια αυτή αποτελεί το Κυπριακό Δίκτυο για την Εταιρική Βιωσιμότητα και Υπευθυνότητα (CSR Cyprus) το οποίο προωθεί την ενσωμάτωση των αρχών της εταιρικής βιωσιμότητας, της διαφορετικότητας και της συμπερίληψης στις επιχειρηματικές πρακτικές, αποδεικνύοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να συμβαδίζει με την κοινωνική πρόοδο.

Παράλληλα, μέσα από τις δράσεις, τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τις πρωτοβουλίες που αναπτύσσει, η ΟΕΒ ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις μέλη της να υιοθετούν πολιτικές που προάγουν τη συμπερίληψη, την ίση μεταχείριση και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας για όλους.

Η ανάπτυξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας δεν αποτελεί μόνο ευθύνη του κράτους. Προϋποθέτει τη συνεργασία της επιχειρηματικής και ακαδημαϊκής κοινότητας, της τοπικής αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών. Μέσα από αυτές τις συνέργειες μπορούν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε οι κοινωνικές επιχειρήσεις να συμβάλουν ουσιαστικά στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.

* Λειτουργός, Τμήμα Ενέργειας και Περιβάλλοντος (ΟΕΒ)