Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ τιμή του ηλεκτρισμού στην Κύπρο δεν είναι αποτέλεσμα μιας απλής εξίσωσης. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και γι’ αυτό καμία αποσπασματική απόφαση από μόνη της, χωρίς έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό, δεν μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες μειώσεις στην τιμή του ρεύματος, ή τουλάχιστον σε μειώσεις που θα γίνουν ουσιαστικά αισθητές στους πολίτες.
Σύμφωνα με τεχνοκράτες, η αντιμετώπιση του προβλήματος είναι περίπλοκη, ωστόσο, όπως επισημαίνουν, από κάπου πρέπει να γίνει η αρχή. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να καλλιεργούνται, όπως τις χαρακτηρίζουν, «ψεύτικες ελπίδες» για μεγάλη μείωση των τιμών, αφού ούτε ακόμη και η αποθήκευση ενέργειας τα επόμενα χρόνια δεν θα μπορεί να μειώσει τις τιμές σε μεγάλα επίπεδα, και ενώ την ίδια ώρα όσο καθυστερεί η έλευση Φυσικού Αερίου παραμένει άγνωστο το ποσοστό μείωσης των λογαριασμών, ακόμη και με τη χρήση του έναντι του μαζούτ, αφού από τη μια θεωρείται από την Ευρώπη ως μεταβατικό καύσιμο και από την άλλη βλέπει και το ίδιο πιέσεις ως προς τις τιμές του.
Όπως υποστηρίζουν, το μοντέλο που ακολουθεί σήμερα η Κύπρος στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να αλλάξει από τη μια ημέρα στην άλλη ώστε να επιφέρει τις μειώσεις που επιθυμούν οι καταναλωτές. Εκτιμούν, παράλληλα, ότι η χώρα ακολούθησε λανθασμένη πορεία τόσο ως προς την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας όσο και ως προς τη συμβατική ηλεκτροπαραγωγή.
Μικρό το ποσοστό των ΑΠΕ για να κάνει μεγάλη διαφορά
Αριθμός τεχνοκρατών υποστηρίζει ότι το μερίδιο των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της Κύπρου παραμένει τόσο μικρό, ώστε ακόμη και μια σημαντική μείωση στην τιμή της πράσινης ενέργειας να έχει περιορισμένη επίδραση στο συνολικό κόστος ηλεκτρισμού.
Όπως αναφέρουν, το ποσοστό αυτό βρίσκεται κοντά στο 6%-7%, ενώ ακόμη και με την αξιοποίηση της αποθήκευσης ενέργειας εκτιμάται ότι θα μπορούσε να φθάσει περίπου στο 10%. Έτσι, όπως υποστηρίζουν, η επίδραση στους τελικούς λογαριασμούς ηλεκτρισμού θα παρέμενε σχετικά μικρή.
Να αποσυνδεθεί η τιμή των ΑΠΕ από τη θερμική παραγωγή
Οι ίδιοι επισημαίνουν, ωστόσο, ότι αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να διορθωθούν οι στρεβλώσεις που υπάρχουν σήμερα στην αγορά. Μία από αυτές αφορά τον τρόπο με τον οποίο αποζημιώνεται η ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ, με βάση το κόστος της συμβατικής παραγωγής της ΑΗΚ.
Όπως εξηγούν, η τιμή της πράσινης ενέργειας θα πρέπει να αποσυνδεθεί από το λεγόμενο «κόστος αποφυγής», δηλαδή από το κόστος που θα είχε η ΑΗΚ για να παράξει την ίδια ποσότητα ηλεκτρισμού με τις συμβατικές μονάδες της.
Κατά την άποψή τους, πρόκειται για δύο διαφορετικούς τρόπους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, με διαφορετικό κόστος, και επομένως δεν θα πρέπει η τιμή του ενός να καθορίζεται από το κόστος του άλλου.
Μια τέτοια αλλαγή, εκτιμούν, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των τιμών. Αναγνωρίζουν ότι η μείωση πιθανότατα θα ήταν μικρή, αλλά θεωρούν ότι θα αποτελούσε ένα πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Παράλληλα, υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε να περιορίσει τον κίνδυνο δημιουργίας υπερκερδών για εταιρείες ΑΠΕ στο μέλλον, ιδιαίτερα με την ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας.
«Πληρώνουμε δύο φορές τους ρύπους»
Στο ίδιο πλαίσιο, οι τεχνοκράτες θέτουν ακόμη μία σημαντική παράμετρο. Όπως υποστηρίζουν, όταν η πράσινη ενέργεια αποζημιώνεται με βάση το κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού από συμβατικές μονάδες, στην τιμή που λαμβάνουν οι παραγωγοί ΑΠΕ ενσωματώνεται έμμεσα και το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων.
Με απλά λόγια, το κόστος παραγωγής της ΑΗΚ αυξάνεται λόγω των δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα. Εφόσον αυτό το αυξημένο κόστος χρησιμοποιείται ως βάση για την αποζημίωση της πράσινης ενέργειας, ανεβαίνει και η τιμή που καταβάλλεται στους παραγωγούς ΑΠΕ, παρότι οι ίδιοι δεν έχουν αντίστοιχο κόστος ρύπων.
Την ίδια ώρα, το κόστος των ρύπων επιβαρύνει και τον λογαριασμό του ηλεκτρισμού που πληρώνει ο καταναλωτής. Γι’ αυτό οι συγκεκριμένοι τεχνοκράτες υποστηρίζουν ότι, με το υφιστάμενο σύστημα, ο καταναλωτής επιβαρύνεται ουσιαστικά δύο φορές από το κόστος των ρύπων.
Η αποθήκευση δεν έχει ως πρώτο στόχο την μείωση των τιμών
Παράλληλα, η αποθήκευση ενέργειας, δεν είναι ικανή, όχι τουλάχιστον με το ποσοστό που καλύπτει τα επόμενα μερικά χρόνια, να φέρει μεγάλες μειώσεις στις τιμές, και αυτό διότι, το ποσοστό κάλυψης της ζήτησης και πάλι θα παραμένει μικρό. Αυτό που θα βοηθήσει η αποθήκευση, όπως υποστηρίζουν, και αυτός φαίνεται να είναι και ο πρωταρχικός στόχος των αρμοδίων είναι αυτή η αποθήκευση να χρησιμοποιείται ως εφεδρεία ώστε να αποφεύγονται οι αποκοπές ηλεκτρισμού και ενδεχόμενα blackout στις ημέρες μεγάλης ζήτησης ή βλαβών σε συμβατικές μονάδες.
Λάθος το μοντέλο
Η συζήτηση όσον αφορά την αγορά ενέργειας στην Κύπρο δεν είναι σημερινή, ούτε χθεσινή και ούτε έκλεισε με το άνοιγμα της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού. Σε αυτό πρέπει να σημειώσουμε το εξής παράδοξο. Ενώ το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρισμού είχε «διαφημιστεί» ως βοήθεια για μείωση των τιμών του ηλεκτρισμού, εντούτοις, σήμερα γίνεται έμμεσα παραδεκτό πως λόγω της μικρής κάλυψης που προσφέρουν οι ΑΠΕ δεν έχουν ουσιαστική συνεισφορά σε μειώσεις τιμών. Είναι εξάλλου και το επιχείρημα των ίδιων των παραγωγών ΑΠΕ οι οποίοι απαντώντας στις δηλώσεις του Φειδία Παναγιώτου, εξήγησαν πως το ποσοστό τους στην αγορά είναι τόσο μικρό που δεν μπορεί να μειώσει τις τιμές για τους καταναλωτές, ακόμη και αν μείωναν τις τιμές και τα κέρδη τους. Αυτό φυσικά έρχεται και σε μια σχετική αντίφαση με τα όσα υποστηρίζονταν πριν τη λειτουργία της ανοικτής αγοράς, αφού αρκετοί εμπλεκόμενοι διατείνονταν τότε πως η ανταγωνιστική αγορά θα φέρει μείωση τιμών. Εδώ φυσικά μπαίνει ξανά το ζήτημα που αφορά το κόστος αποφυγής, αφού η πράσινη ενέργεια και ο παραγωγός ΑΠΕ θα έπρεπε να ανταγωνίζεται σε τιμή τον παραγωγό ΑΠΕ και όχι την ΑΗΚ.
Γνώριζαν για τις περικοπές
Την ίδια ώρα από τον δημόσιο διάλογο δεν μπορούμε να προσπεράσουμε το επιχείρημα των παραγωγών ΑΠΕ σχετικά με μειωμένα κέρδη λόγω περικοπών. Σύμφωνα με τα όσα ήταν γνωστά εδώ και χρόνια, και οι ίδιοι οι παραγωγοί ΑΠΕ γνώριζαν πως χωρίς αποθήκευση ενέργειας ήταν σχεδόν σίγουρο πως θα υπήρχαν περικοπές στην παραγωγής τους, ωστόσο, οι ίδιοι συνέχιζαν τις επενδύσεις στη δημιουργία φωτοβολταϊκών πάρκων χωρίς αποθήκευση.
Σύμφωνα με ειδικούς στα θέματα ενέργειας, το κράτος θα έπρεπε εδώ και χρόνια να αδειοδοτεί νέα πάρκα με την προϋπόθεση ότι θα εγκαταστήσουν αποθήκευση ενέργειας.
Έχουν κάνει ήδη απόσβεση της επένδυσης
Επιπλέον, μια άλλη παράμετρος σχετικά με το κόστος της φωτοβολταϊκής παραγωγής είναι πως κάποιοι εκ των επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται εδώ και χρόνια στον τομέα έχουν ήδη αποσβέσει την επένδυση τους, άρα το κόστος της κιλοβατώρας για την επιχειρήσης του εξαρτάται περισσότερο από το διοικητικό κόστος που έχουν που θεωρείται μηδαμινό, άρα, όπως σημειώνουν και ειδικοί, αυτό το σκέλος, δηλαδή ότι παράγεται κιλοβατώρα με πολύ χαμηλό κόστος για όσους έχουν κάνει απόσβεση δεν μπορεί να παραβλέπεται κατά τις εξισώσεις για το κόστος και τη πώληση της πράσινης ενέργειας.
Δεν μπορούν άμεσα να αλλάξουν πολλά
Οι τιμές ηλεκτρισμού μπορούν να μειωθούν σε κάποιο ποσοστό, ωστόσο, για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να διορθωθούν στρεβλώσεις, να μπει πολλαπλάσια αποθήκευση ενέργειας από αυτή που σχεδιάζεται τα επόμενα χρόνια και να δουλέψει ολόκληρος ο κύκλος και ο κρίκος της βιομηχανίας, αφού το πρόβλημα δεν εντοπίζεται ούτε μόνο στην ΑΗΚ, ούτε μόνο στο δίκτυο, ούτε μόνο στο καύσιμο και ούτε μόνο στους παραγωγούς ΑΠΕ.
Σύμφωνα με τεχνοκράτες, στην ήδη δύσκολη εξίσωση προστέθηκαν και δύο αποφάσεις του παρελθόντος, οι οποίες αν είχαν ληφθεί διαφορετικά, ενδεχομένως να είχαν συγκρατήσει σήμερα τις τιμές σε χαμηλότερα επίπεδα. Η πρώτη ήταν ο αποκλεισμός της ΑΗΚ από την ανάπτυξη έργων ΑΠΕ, με αποτέλεσμα η Αρχή να στερηθεί για χρόνια τη δυνατότητα να εντάξει στο ενεργειακό της μείγμα φθηνότερη πράσινη ενέργεια και να συνεχίσει να βασίζεται σε ακριβότερη συμβατική παραγωγή. Η δεύτερη αφορά την εγκατάλειψη του Single Buyer Model, μέσω του οποίου η ΑΗΚ αγόραζε ηλεκτρική ενέργεια από παραγωγούς ΑΠΕ σε καθορισμένη τιμή και την ενσωμάτωνε στο δικό της μείγμα. Με την αποχώρηση παραγωγών από το σχέδιο και τη σύναψη ιδιωτικών συμβολαίων σε υψηλότερες τιμές, η φθηνότερη αυτή παραγωγή δεν πέρασε στο σύνολο των καταναλωτών. Οι ίδιοι τεχνοκράτες εκτιμούν πως χωρίς αυτές τις επιλογές, που χαρακτηρίζουν ως λανθασμένες, το σημερινό κόστος ηλεκτρισμού πιθανόν να ήταν χαμηλότερο.