Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΥπάρχουν ταινίες που με γοητεύουν ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζω ότι είναι βαθιά προβληματικές.
Στην περίπτωση του Rachel getting married (2008) του σκηνοθέτη Jonathan Demme (Silence of the Lambs, Philadelphia, Wild thing), με πρωταγωνίστρια την Anne Hathaway (υποψήφια για Όσκαρ στον ρόλο της Kym, ενός πρώην child-model, με βαρύ ιστορικό εθισμών στην εφηβεία, σε αέναη διαδικασία απεξάρτησης ως ενήλικη) που είναι διαθέσιμο στο Netflix, δεν μπορώ να αποφασίσω αν η ερωτευσιμότητά του επιμένει παρά τις αδυναμίες του, ή, αντίθετα, αν αυτό που με τραβά είναι η ηδονική του τυφλότητα.
Το 2008 ήταν πολιτισμικά ένας άλλος πλανήτης, παρότι απέχουμε λιγότερο από δυο δεκαετίες. Το ίδιο ίσχυε, και βλέπω πιο καθαρά τις τρομακτικές αλλαγές, π.χ. ανάμεσα στο 1962 και το 1982. Μπορούμε να έχουμε πιο αποστασιοποιημένη ματιά για περιόδους που δεν ήμασταν παρόντες.
Όταν υπάρχουν κάποια σταθερά στοιχεία στην προσωπική ζωή, τότε δημιουργείται η αναγκαία ψευδαίσθηση της ομαλής συνέχειας. Σε σχέση με αυτά που μας ενδιαφέρουν εδώ, η ταινία είναι γυρισμένη στον κόσμο που δεν είχε καταρρεύσει η Lehman Brothers, και που η πολυπολιτισμικότητα ήταν ένα ανέφελο πρότζεκτ, μια γιορτή in process, με σχεδόν υπερκομματική και υπερταξική αποδοχή (πέρα από κάτι κακόφημους ρατσιστές που ήταν πολύ εύκολο να τους δαχτυλοδείχνουμε και να τους γελοιοποιούμε).
Ακόμα κι αν τα παραπάνω δεν τα υιοθετούσαν όλοι (ή τα κάνανε επιδερμικά, όπως αποδείχτηκε όταν ήρθαν τα σκούρα), αυτές οι ιδέες είχαν κερδίσει τη συναίνεση γύρω από τι είναι καλό και επιθυμητό. Δεν έχω προσωπικά κανέναν γνωστό που ζούσε όπως η οικογένεια της Rachel στην ταινία, αλλά η μυθολογία, αμερικάνικης κοπής, ότι μια τέτοια ζωή είναι εφικτή και με νόημα, είχε κερδίσει την ψυχή μου. Έτσι θα ήθελα να ζω (αν είχα τα χρήματα). Και δεν είμαι ο μόνος — νομίζω πάνω κάτω όλοι οι φίλοι μου.
Το κοινωνικό περιβάλλον όμως που παρουσίαζε η ταινία δεν ήταν ουτοπία, υπήρχε ρεαλιστικά σε κάποιους περιορισμένους κύκλους. Μόνο που ήταν out of our reach. Η διαφορά είναι ότι μετά την τραμπική στροφή των Η.Π.Α. και την πλήρη υποταγή του «συμπονετικού» κεφαλαίου στον μαφιόζο-κλόουν Πρόεδρο, εκείνο που έμοιαζε τέλειο το 2008, σήμερα φαίνεται αδύναμο, βαρετό και υποκριτικό.
Στο γαμήλιο πάρτι της Rachel, σε ένα εύπορο προάστιο του Κονέκτικατ, στην ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή της Νέας Υόρκης, όπου η γειτονική βικτοριανής αρχιτεκτονικής έπαυλη δεν φαίνεται λόγω κατάφυτης απόστασης, όλοι δείχνουν συνεχώς ευτυχισμένοι.
Συμπεριφέρονται πολιτισμένα, δεν ξεφεύγουν από ποτό ή σεξουαλική επιθυμία. Παρότι με χίλιες διαφορετικές βιογραφίες (χωρίς όμως ευκρινείς LGBTQ+ παρουσίες — ο σκηνοθέτης έρχεται από τα macho 70’s), χρώμα δέρματος, θρησκεία, όλοι είναι τρομερά άνετοι, παίζουν στα δάχτυλα κοινούς κώδικες, δίνουν άπλετο χώρο στην ετερότητα, την εκφράζουν και τη δεξιώνονται με εύληπτο και διασκεδαστικό τρόπο.
Και βέβαια όλοι είναι πάμπλουτοι, τουλάχιστον ο πατέρας της νύφης που πληρώνει για το τριήμερο, και ο γαμπρός (ο Tunde Adebimpe, ο τραγουδιστής δηλαδή των TV on the Radio, καθόλου τυχαία επιλογή, δεν είναι πολλά τα επιτυχημένα indie συγκροτήματα — λευκού ήχου δηλαδή— με Αφροαμερικάνο τραγουδιστή/leader).
Στην ταινία είναι και οι δυο μεγαλοστελέχη δισκογραφικής εταιρίας (πριν το Spotify να τους κόψει τα bonus). Η εικόνα τους όμως, παρά τον ανταγωνισμό τους στην κλασική σκηνή για το ποιος ξέρει καλύτερα να γεμίζει ένα πλυντήριο πιάτων, δεν φέρνει σε αυτή του «αφεντικού», της εξουσίας, αλλά του cool συνεργάτη που βγάζει στην επιφάνεια τον πιο δημιουργικό εαυτό του υπαλλήλου.
Η ταινία, μου μοιάζει. Θέλω να ακούω μουσική συνέχεια. Και το πρωί που ξυπνώ, και το βράδυ που κοιμάμαι, και τώρα που γράφω (δεν θα θέλατε να με είχατε παντρευτεί). Κάποιες φορές αυτό μπορεί να προκαλέσει ναυτία στους άλλους. Έτσι συμβαίνει και στην ταινία. Η (ζωντανή) μουσική δεν σταματάει ποτέ.
Ο σκηνοθέτης είχε καλέσει δεκάδες του φίλους του μουσικούς και συνεργάτες από παλιότερες ταινίες του και τους είχε παροτρύνει να τζαμάρουν αδιάκοπα, ανεξαρτήτως από το αν γύρω τους υπήρχε κάμερα, ή αν τους το ζητούσε το σενάριο. Σύμφωνα με τον Demme (αν θέλουμε τον πιστεύουμε), στη σκηνή που η Hathaway βγάζει τα σωθικά της στον καβγά με την αδελφή της, η ηθοποιός σταμάτησε να παίζει και ζήτησε απελπισμένα να σιωπήσει επιτέλους το πανδαιμόνιο για να μπορέσει να συγκεντρωθεί στην υποκριτική της.
Ο σκηνοθέτης αξιοποίησε την εξωσεναριακή της ένταση κρατώντας στο μοντάζ τόσο τη σκηνή που εκείνη διαμαρτύρεται, όσο και την παρασκηνιακή εξουδετέρωση της χαρούμενης μπάντας.
Το θέμα της τελετής είναι new age ινδουιστικό (έστω κι αν κανείς από τα δυο σόγια δεν φαίνεται να τον ασπάζεται), αλλά η μουσική δεν έχει σύνορα: από την γκαράζ διασκευή του γαμήλιου εμβατηρίου περνάμε ανεπαισθήτως στη world music, τη dub, την τζαζ, τη σόουλ.
Στο τέλος εμφανίζεται και παίζει δυο τραγούδια ο Robyn Hitchcock, ένας αγαπημένος ήρωας των happy few της εναλλακτικής ψυχεδελικής ροκ κοινότητας, ένας υγιής Syd Barrett για τη δεκαετία του ογδόντα, που είναι ακόμη ζωντανός και δημιουργικός (έβγαλε και φέτος ωραίο δίσκο). Κι όμως κι αυτός, δίχως να το καταλαβαίνει, βυθίζεται στο γκροτέσκο σκηνικό. Το οποίο δεν είναι αληθινά ευφορικό, αλλά εκνευριστικό, τουλάχιστον με τα μάτια του σήμερα (όταν είχα πρωτοδεί την ταινία έκανα σαν μαγεμένος fan).
Το ανησυχητικό είναι ότι ο Hitchcock μοιάζει θαυμάσια να ταιριάζει στο σκηνικό, σαν ψάρι στο νερό. Μήπως τελικά η μουσική αυτή απευθυνόταν ανέκαθεν στα πιο μορφωμένα και ευαίσθητα μέλη των ανωτέρων τάξεων; Μήπως είχε δίκιο ο Mark E. Smith των Fall (του βρετανικού εργατικού ποστ-πανκ, του λαϊκού μοντερνισμού, όπως τον περιέγραφε ο κοινωνιολόγος και πολιτισμικός κριτικός Mark Fisher) που περιφρονούσε τη «χίπικη» μουσική, ακόμα και τον Neil Young; Δεν μπορώ και δεν θέλω να φτάσω ως εκεί, αλλά ακούω και αντιλαμβάνομαι την κριτική.
Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται σε αυτό το πάρτι. Και ταυτόχρονα επικρατεί η μέγιστη ασφάλεια για όλους. Καμία σχέση με την πραγματικότητα δηλαδή. Πού είναι όμως το δράμα σε αυτή την ταινία; Έτσι όπως την έχω περιγράψει ακούγεται σαν βίντεο κλιπ. Παρέλειψα το σημαντικότερο. Τη μαύρη τρύπα της υπόθεσης. Την Kym, την αδελφή της νύφης, που έχει βγει για λίγες μέρες από κέντρο απεξάρτησης και έρχεται σαν ναρκισσιστικός οδοστρωτήρας να γίνει το κέντρο της προσοχής, ο περιφερόμενος κίνδυνος, η κατά μία έννοια πιο ζωντανή και αληθινή μέσα στην αυτοκαταστροφή της.
Αυτό που όμως ποτέ δεν μαθαίνει ο θεατής (μάλιστα δεν του παρέχεται ο χώρος για να αρθρώσει την απορία) είναι το γιατί η Kym έγινε από την εφηβεία της ένα τόσο άγριο πρεζόνι, σε σημείο που να προκαλέσει εξ αμελείας και τον θάνατο του μικρού της αδελφού (συντρίβοντας έτσι τους πάντες, με τους γονείς να χωρίζουν, και την αδελφή να αγωνίζεται για χρόνια να σταθεί στα πόδια της και να φτάσει στην επαγγελματική καταξίωση και σε αυτόν τον ονειρεμένο γάμο). Αφού οι γονείς και όλοι γύρω της ήταν τόσο ευγενικοί, καλλιεργημένοι, και προοδευτικοί…
Εδώ είναι το κεντρικό παράδοξο του Rachel getting married. Η αδυσώπητη αντικαπιταλιστική κριτική που ασκεί η ταινία ίσως βρίσκεται πέρα από τις προθέσεις του σκηνοθέτη και της σεναριογράφου Jenny Lumet (κόρη του μεγάλου σκηνοθέτη). Βασίζεται σε διεισδυτική και ακριβή περιγραφή της κατάστασης των πραγμάτων. Με αυτή την έννοια άλλωστε δεν απολάμβανε ο Karl Marx τα μυθιστορήματα του κύκλου της Ανθρώπινης Κωμωδίας, του βασιλικού στις απόψεις Balzac; Δεν ξέρω. Ακόμα κι αν κάποτε δέχομαι ότι το έργο μπορεί να είναι πιο προωθημένο από τον δημιουργό του, κρατάω μια πισινή γιατί οι μεγάλοι καλλιτέχνες γελάνε με τις αναλύσεις μας από εκεί που βρίσκονται.
Βρίσκω διεστραμμένα ταιριαστή την επιλογή για την Kym μιας ηθοποιού που είχε αρχικά ταυτιστεί με την εικόνα του ρόλου της στο Princess Diaries της Disney. Με αυτό τον τρόπο είναι σαν ο σκηνοθέτης να τραβάει το χαλί κάτω από το Αμερικάνικο Όνειρο, την ίδια στιγμή που συνέχιζε να πιστεύει, μέχρι το τέλος της ζωής του, στην εξωραϊσμένη εκδοχή του, όπως αυτή προέκυψε από τα WASP στοιχεία που επιβίωσαν μερικώς μεταμορφωμένα μετά την πολιτιστική επανάσταση της δεκαετίας του ’60, κύκνειο άσμα και ταφόπλακα των οποίων σηματοδότησαν οι δύο πενταετίες Ομπάμα.
Ελεύθερα, 30.08.2026