Του Leonid Bershidsky

Η τεχνητή προσφυγική κρίση στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας έχει λάβει άσχημη τροπή: τα κοινωνικά δίκτυα και οι ιστότοποι μέσων ενημέρωσης γεμίζουν με βίντεο που απεικονίζουν πολωνικά στρατεύματα να απωθούν πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή, οι οποίοι προσπαθούσαν να διαπεράσουν συρματοπλέγματα, αφότου χιλιάδες εξ αυτών είχαν προχωρήσει προς το έδαφος της Πολωνίας συνοδευόμενοι από Λευκορώσους στρατιώτες.

Η κλιμάκωση είναι νέο φαινόμενο, ωστόσο η κατάσταση αυτή επιμένει εδώ και μήνες. Τα πάντα γύρω της ήταν και είναι παράνομα: από τις πολωνικές απωθήσεις ανθρώπων οι οποίοι δικαιούνται – από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – να αιτηθούν άσυλο, έως τα λευκορωσικά “τουριστικά πρακτορεία”, τα οποία ενθαρρύνονται από το καθεστώς του προέδρου Αλεξάντερ Λουκασένκο να πωλούν “πακέτα” σε πιθανούς πρόσφυγες, κυρίως Ιρακινούς, αλλά και Σύρους και Αφγανούς – τόσο για μια πτήση προς το Μινσκ, μια βίζα για είσοδο στη Λευκορωσία, ένα πέρασμα στην Πολωνία, όσο και για ένα “ταξί” από εκεί προς την ανατολική Γερμανία.

Η Centrkurort, η κρατική εταιρεία ταξιδιών της Λευκορωσίας, έχει κατονομαστεί ως ένας από αυτούς τους “μεσάζοντες”. Η σχεδόν επίσημη υποστήριξη της Ρωσίας στην εμπορία ανθρώπων είναι άλλη μια κατάφωρη πρόκληση προς τους διεθνείς νόμους και κανόνες. Όχι μόνον η Ρωσία επιτρέπει τις πτήσεις προσφύγων προς το Μινσκ μέσω του εναερίου χώρου της, αλλά το Κρεμλίνο παρέχει συμβουλές στον Λουκασένκο για τις κινήσεις του: ο Λευκορώσος δικτάτορας συζήτησε την κατάσταση με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν στις 9 Νοεμβρίου.

“Δίπλα στην Πολωνία;”

Ακούει κανείς πολλά στην Ευρώπη περί της ανάγκης “να σταθούμε δίπλα στην Πολωνία” προκειμένου εκείνη να αντισταθεί στη λευκορωσική “εργαλειοποίηση” ευάλωτων ανθρώπων. Το μήνυμα της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στο Twitter, με το οποίο απειλούσε με αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Λευκορωσία και των αεροπορικών εταιρειών τρίτων χωρών οι οποίες μεταφέρουν τους πρόσφυγες στο Μινσκ εκδόθηκε εκτός των άλλων και στα πολωνικά.

Υπάρχει μόνο μία Πολωνία για να “σταθεί κανείς δίπλα της” – εκείνη της οποίας η εθνικιστική κυβέρνηση κήρυξε πρόσφατα τους νόμους της υπέρτερους εκείνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απειλώντας την ίδια την ύπαρξη της ΕΕ. Εκείνης που αρνήθηκε να δεχθεί πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή, ενώ καλωσόριζε “πολιτιστικά οικείους” Ουκρανούς προκειμένου να ανακουφίσει την πίεση στην αγορά εργασίας της.

Όσον αφορά τις αξίες, η ΕΕ δεν μπορεί να συμπαραταχθεί με τη συγκεκριμένη, σημερινή Πολωνία. Ο μόνος κοινός τόπος των δύο είναι ο φόβος μιας μεγάλης προσφυγικής κρίσης όπως εκείνη του 2015 – του εφιάλτη κάθε Ευρωπαίου πολιτικού.

Ας είμαστε ξεκάθαροι σε ένα πράγμα: δεν είναι οι ίδιοι οι πρόσφυγες που ο Λουκασένκο χρησιμοποιεί ως όπλο ή, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση της φον ντερ Λάιεν, “εργαλειοποιεί”. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι έχουν και έναν αυτόνομο, ολόδικό τους συμφέρον σε αυτή την ιστορία. Γνωρίζουν πού μπλέκουν όταν αγοράζουν τα εισιτήρια για το Μινσκ ή όταν αντιμετωπίζουν γενναία τις χειμερινές καταιγίδες της Μεσογείου. Είναι έτοιμοι να δεχθούν κάθε είδους βοήθεια, ακόμη και εκείνη του Λουκασένκο. Βάζουν ένα απελπισμένο στοίχημα – και πράγματι, αποδίδει καρπούς για κάποιους: οι αιτήσεις ασύλου στη Γερμανία αυξήθηκαν σημαντικά τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο.

Φόβος

Εκείνο που εργαλειοποιείται είναι ο φόβος για τον μετανάστη από τη Μέση Ανατολή.

Ο φόβος δικαιολογείται εν μέρει από την αποτυχία της Ευρώπης να ενσωματώσει τους νεοφερμένους του 2015. Περίπου τα δύο τρίτα των Σύρων και το 44% των Αφγανών οι οποίοι ζουν στη Γερμανία λαμβάνουν επιδόματα ως μακροχρόνια άνεργοι. Είναι δύσκολο να επιμερίσει κανείς το φταίξιμο γι’ αυτή την κατάσταση: το ότι το ποσοστό δικαιούχων κοινωνικής πρόνοιας είναι τόσο υψηλό σε μια χώρα με τεράστια έλλειψη κάθε είδους χειρώνακτων δεν μπορεί να οφείλεται αποκλειστικά στην αδυναμία προσαρμογής των μεταναστών. Είναι αναμφισβήτητο, ωστόσο, ότι τα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα και οι αγορές εργασίας ήταν και είναι απροετοίμαστα για μαζική μετανάστευση.

Ως επί το πλείστον, όμως, ο φόβος είναι παράλογος. Η Γερμανία, ο μεγαλύτερος υποδοχέας μεταναστών το 2015, οριακά κατάλαβε από οικονομική άποψη την άφιξή τους. Μεταξύ των αρχών του 2015 και της έναρξης της πανδημίας της Covid-19, υπήρξαν – μετρήστε – μόλις τρία τρίμηνα στα οποία η χώρα δεν είχε δημοσιονομικό πλεόνασμα. Και, ενώ υπήρξε αύξηση της εγκληματικότητας, πιθανώς αναπόφευκτη λόγω της εισροής νεαρών, άπορων ανδρών, το γενικό επίπεδο εγκληματικότητας εξακολουθεί να είναι σημαντικά χαμηλότερο σε σχέση με εκείνο του 2005.

Εξάλλου, ούτε ο Λουκασένκο θα άνοιγε πρόθυμα τη μικρή, φτωχή χώρα του σε μια πλημμυρίδα προσφύγων τύπου 2015. Και, κάποια στιγμή, θα ξέμενε από ανθρώπους οι οποίοι θα ήταν πρόθυμοι να πληρώνουν τιμές “ταξιδιωτικών πρακτορείων” – ουσιαστικό στοιχείο του σχήματος αφίξεων στη Λευκορωσία, δεδομένου ότι οι πρόσφυγες μεταφέρονται αεροπορικώς στο Μινσκ. Από ανθρωπιστική και οικονομική άποψη, η Ευρώπη – και ειδικότερα η Γερμανία – θα μπορούσαν να πάρουν όλες αυτές τις φτωχές παγωμένες ψυχές από τα πολωνικά σύνορα. Οι πολιτικοί τους απλώς δεν θέλουν – επειδή έχουν κακές αναμνήσεις από το 2015, επειδή δεν θέλουν να φανούν “μαλακοί” έναντι του Λουκασένκο ή επειδή είναι ανοιχτά ή καλυμμένα αντιμουσουλμάνοι.

Ηθικό ζήτημα

Ωστόσο, η ενστικτώδης αντίδραση του να υψώνεις συρματοπλέγματα, να στέλνεις στρατεύματα και να εντείνεις τις απωθήσεις αποβαίνει άκαρπη, γιατί αυτές οι “λύσεις” είναι μη βιώσιμες. Με το 86% των 26,4 εκατομμυρίων προσφύγων ανά τον κόσμο να ζουν σε αναπτυσσόμενες χώρες και, πιο ειδικά, το 27% στις λιγότερο ανεπτυγμένες, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, η Ευρώπη δεν μπορεί να αντέξει για πάντα απέναντι αυτό το ξέσπασμα απόγνωσης χωρίς να μετατραπεί σε απόρθητο φρούριο. Υπάρχει επίσης κι ένα ηθικό ζήτημα εδώ.

Σχολιάζοντας τη συνοριακή κρίση Λευκορωσίας-Πολωνίας, η Μαρία Ζαχάροβα, εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών, τρόλαρε λέγοντας ότι η Πολωνία πρέπει να δεχτεί μερικές χιλιάδες “ευγνώμονες Ιρακινούς” ως μετάνοια για τη συμμετοχή των στρατιωτών της σε επιχειρήσεις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ στο Ιράκ.

Αυτό δεν είναι κάτι περισσότερο από κοροϊδία από πλευράς ενός κακεντρεχούς παλιάτσου – άλλωστε, η Ρωσία κάθε άλλο παρά υποδέχθηκε με ανοικτές αγκάλες τους Σύρους οι οποίοι εγκατέλειπαν πόλεις και χωριά που ισοπεδώνονταν από τους ρωσικούς βομβαρδισμούς. Ακριβώς όμως όπως η Ρωσία ή, για παράδειγμα, η Τουρκία, οι ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες συμμετείχαν στους πολέμους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή μοιράζονται μια ηθική ευθύνη απέναντι στα θύματα αυτών των πολέμων.

Δεν έχει απαραίτητα σημασία για τους ανθρώπους οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους αν μια χώρα πολέμησε στη σωστή ή στη λάθος πλευρά. Η άμεση, αφόρητη δυστυχία είναι εκείνη που έχει σημασία. Και αν η ευτυχία των ανθρώπων – που δεν ορίζεται στενά ως η ευτυχία των γηγενών πολιτών της – είναι μεταξύ των στόχων μιας χώρας, δεν θα πρέπει να αρνείται να παράσχει βοήθεια.

Μιλώντας για την Τουρκία: αν και έχει κατηγορηθεί κι εκείνη ότι εργαλειοποιεί μετανάστες, και ο πρόεδρός της, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τους χρησιμοποίησε ως διαπραγματευτικό χαρτί για να λάβει δισεκατομμύρια ευρώ σε οικονομική στήριξη από πλευράς ΕΕ, γενικά σηκώνει ένα μεγάλο μέρος των προσφυγικών βαρών του κόσμου. Με ένα οικονομικό τίμημα που είναι πιο σημαντικό για εκείνην από ό,τι, π.χ., για τη Γερμανία, φιλοξενεί τον μεγαλύτερο πληθυσμό προσφύγων στον κόσμο, συγκεκριμένα 3,7 εκατ. ανθρώπους. Η μουσουλμανική αλληλεγγύη – ουσιαστικά, απλώς ένα ρητορικό περιτύλιγμα γύρω από την ανθρώπινη συμπόνια – έχει τουλάχιστον τόση σχέση με όλα αυτά όση και τα μετρητά της ΕΕ.

Στόχος ο Λουκανένκο

Η Ευρώπη πρέπει να πολεμήσει το καθεστώς Λουκασένκο, το οποίο είναι τόσο παράνομο και σκληρό όσο κάθε άλλη τυραννία, πολύ πιο μακριά από τα σύνορα της ΕΕ. Οι τρέχουσες κυρώσεις της ΕΕ εναντίον του, ωστόσο, είναι σχετικά ήπιες, υποτίθεται για να πλήττουν κυρίως τον μηχανισμό καταστολής του Λευκορώσου προέδρου. Εάν ο στόχος είναι να πιεστεί ο δικτάτορας, υπάρχει άφθονο περιθώριο για αυστηρότερες κυρώσεις, ενώ παράλληλα θα βοηθούμε ανθρώπους που βρίσκονται σε ακραία και άμεση ανάγκη – όχι μόνο τους κατοίκους της Μέσης Ανατολής, αλλά και τους Λευκορώσους οι οποίοι διαφεύγουν για να γλιτώσουν από το καθεστώς. Η αποδοχή τους θα ήταν μια ισχυρή συμβολική χειρονομία, ένα ηθικό πλήγμα για τον Λουκασένκο και τον Πούτιν – ακόμα κι αν δεν έχουν αποδειχθεί ευαίσθητοι σε τέτοια “χτυπήματα”.

Είναι επιτέλους καιρός όχι μόνο η Ευρώπη, αλλά και ολόκληρος ο δυτικός κόσμος να αρχίσει να εργάζεται για μόνιμες λύσεις γύρω από την προσφυγική κρίση, οι οποίες θα περιλαμβάνουν αναγκαστικά πιο γενναιόδωρες μεταναστευτικές πολιτικές – συνοδευόμενες από προσαρμογές στα εκπαιδευτικά συστήματα και τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας – καθώς και αυξημένες, συστηματικές, στοχευμένες επενδύσεις σε χώρες που γειτνιάζουν με περιοχές του κόσμου όπου έχουν υπάρξει καταστροφές. Οι ηρωικές προσπάθειες υπεράσπισης συνόρων έναντι άοπλων ανθρώπων είναι, σε τελική ανάλυση, ντροπιαστικές.

Πηγή: BloombergOpinion