Του Daniel Moss

Πότε έρχεται η στιγμή που η πενταετής οικονομική ανάπτυξη θα δεχτεί το τελειωτικό χτύπημα; Μπορεί κάλλιστα να ξεπεράσει και αυτή την τελευταία δοκιμασία – και να βγει από αυτήν πιο αδύναμη. Οι κορυφαίοι αξιωματούχοι θα κληθούν να δικαιολογήσουν τον μισθό τους.

Ο πόλεμος με το Ιράν σίγουρα θα έχει το τίμημά του. Η δυσκολία έγκειται στο να διαπιστωθεί αν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη εμπόδιο ή αν τελικά θα καταστρέψει την ανθεκτικότητα χαρακτηρίζει την μετα-Covid ανάπτυξη. Αυτή η ένταση ήταν εμφανής στις συναντήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που πραγματοποιήθηκαν την περασμένη εβδομάδα στην Ουάσιγκτον. Είναι ενθαρρυντικό να ακούγονται συνετές δηλώσεις από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, αλλά η επιφυλακτικότητα κινδυνεύει να μετατραπεί σε δικαιολογία για αδράνεια. Αυτό μπορεί να είναι έξυπνο βραχυπρόθεσμα. Δεν είναι όμως βιώσιμη στρατηγική.

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή οξύνει τη συζήτηση σχετικά με τα διδάγματα που άντλησαν οι κεντρικές τράπεζες μετά την πανδημία του κορονοϊού. Θα αγνοήσουν το σοκ στις τιμές του πετρελαίου που ακολούθησε την έναρξη των εχθροπραξιών στις 28 Φεβρουαρίου, ή θα αρχίσουν να λαμβάνουν αυστηρά μέτρα κατά του πληθωρισμού πριν αυτός ενταθεί; Η δεύτερη επιλογή ενέχει τον κίνδυνο να επιβαρύνει περαιτέρω τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.

Η υπόθεση ότι ο πληθωρισμός είναι προσωρινός, μια παγίδα παρόμοια με αυτή στην οποία έπεσαν το 2021, υποδηλώνει μια αυτοπεποίθηση που ίσως δεν δικαιολογείται. Ο Χιου Πιλ, επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας, επισήμανε τα μειονεκτήματα αυτής της προσέγγισης: “Δεν είμαι σίγουρος ότι η αναμονή είναι απαραίτητα η κατάλληλη απάντηση σε τέτοιου είδους πληθωριστικές τάσεις, οι οποίες έχουν τουλάχιστον τη δυνατότητα να αποκτήσουν μια αυτοσυντηρούμενη δυναμική”, δήλωσε την Παρασκευή. 

Ο αντίκτυπος της σύγκρουσης στην παγκόσμια οικονομία δεν φαίνεται καταστροφικός. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα υποχωρήσει στο 3,1% φέτος, από το 3,3% που είχε προβλέψει τον Ιανουάριο. Όχι και τόσο άσχημα, αν λάβουμε υπόψη τη μαζική αναταραχή στις αγορές ενέργειας. Θα ήταν όμως λάθος να αντιμετωπίζουμε αυτά τα στοιχεία με εφησυχασμό. Το Ταμείο προειδοποίησε ότι για κάθε μέρα που διαταράσσεται ο ενεργειακός εφοδιασμός, τόσο περισσότερο διολισθαίνουμε προς ένα λιγότερο ευνοϊκό αποτέλεσμα.

Οι ραγδαίες αυξήσεις των επιτοκίων μετά την πανδημία του Covid και οι αμερικανικοί δασμοί ήταν σημαντικά αρνητικά στοιχεία. Κανένα από τα δύο δεν ανέκοψε την ανάπτυξη, ούτε οι απερίσκεπτες προσπάθειες του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να υπονομεύσει την αυτονομία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, του θεσμού που, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, εγγυάται την παγκόσμια χρηματοοικονομική σταθερότητα. Και οι επενδυτές δεν ξεφορτώθηκαν μαζικά τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία ούτε απομακρύνθηκαν πανικόβλητοι από το δολάριο μετά την ανακοίνωση των δασμών από τις ΗΠΑ πριν από ένα χρόνο.

Αλλά αν ξύσουμε λίγο την επιφάνεια των σημερινών κύριων προβλέψεων, οι προοπτικές είναι ανησυχητικές. Το ΔΝΤ περιέγραψε επίσης δύο λιγότερο ευνοϊκά σενάρια. Το ένα προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα υποχωρήσει στο 2,5% περίπου και ο πληθωρισμός θα ανέλθει στο 5,4%. Η χειρότερη εξέλιξη, την οποία το ΔΝΤ χαρακτηρίζει “σοβαρή”, μπορεί να οδηγήσει σε ύφεση: η ανάπτυξη θα υποχωρήσει στο 2% περίπου, ενώ ο πληθωρισμός θα ανέλθει στο 6% περίπου. Μια απότομη συρρίκνωση του ΑΕΠ είναι εξαιρετικά σπάνια. Συνέβη το 2020, κατά τη διάρκεια της χειρότερης φάσης της πανδημίας Covid, και το 2009, μετά την κατάρρευση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου. Αυτό υποδηλώνει ότι οι συνθήκες δεν θα γίνουν υπερβολικά τρομακτικές, εφόσον δεν υπάρξει σημαντική κλιμάκωση των συγκρούσεων – ή ένα σοβαρό λάθος πολιτικής.

Όπως πάντα, ο κόσμος εξαρτάται από μια χούφτα μεγάλων οικονομιών. Η Κίνα ξεκίνησε με αξιοπρεπείς επιδόσεις – το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 5% το πρώτο τρίμηνο σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, ξεπερνώντας τις προβλέψεις και υποδηλώνοντας περιορισμένες επιπτώσεις από τον πόλεμο. Ωστόσο, οι εγχώριοι μοχλοί ανάπτυξης αντιμετωπίζουν δυσκολίες, καθώς οι λιανικές πωλήσεις συνεχίζουν να απογοητεύουν και η ανεργία παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Οι ΗΠΑ ενδέχεται να αποφύγουν μια ύφεση, με τη δημιουργία θέσεων εργασίας να παραμένει ισχυρή. Θα ήταν όμως λάθος να βασιστούμε υπερβολικά σε αυτούς τους δύο γίγαντες.

Ίσως το να ψάχνουμε το τέλος της ανάπτυξης να μην είναι το ζητούμενο. Ωστόσο, τα θεμέλια απειλούνται. Χωρίς τον πόλεμο, μια αναβάθμιση των προβλέψεων θα ήταν δικαιολογημένη. Το καλύτερο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει τη σύγκρουση από μια όσο το δυνατόν καλύτερη θέση. Μακάρι μόνο να σταματούσαν οι αυτοτραυματισμοί. 

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion