Πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, όταν τρισεκατομμύρια δολάρια ιδιωτικού στεγαστικού χρέους αποδείχθηκαν μη βιώσιμα, οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να παρέμβουν για να αποτρέψουν τη χειρότερη χρηματοπιστωτική κρίση από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Τώρα, όμως, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν τα δικά τους προβλήματα χρέους και, αν δεν τα θέσουν υπό έλεγχο σύντομα, δεν θα υπάρχει κάποιος να παρέμβει την επόμενη φορά.
Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, τα δημοσιονομικά των ανεπτυγμένων οικονομιών δεν έχουν υπάρξει ποτέ τόσο επισφαλή. Το πρόβλημα χρονολογείται πριν από το 2020, αλλά επιταχύνθηκε εκείνη τη χρονιά, όταν οι κυβερνήσεις ανέλαβαν τεράστια χρέη για να αποτρέψουν τα οικονομικά σοκ της πανδημίας από το να γίνουν καταστροφικά. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, συνέχισαν τις ελλειμματικές δαπάνες σε υψηλά επίπεδα και, ως αποτέλεσμα, το συνολικό τους χρέος εκτινάχθηκε από περίπου το 70% του ΑΕΠ το 2007 στο 110% το 2025.
Το πρόβλημα ήταν πιο σοβαρό στις ΗΠΑ, όπου οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι ενήργησαν σαν το χρέος να μην έχει πλέον σημασία και οι λογαριασμοί να μπορούν να συσσωρεύονται ατέλειωτα. Το συνολικό χρέος των ΗΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι πλέον υψηλότερο από ό,τι ήταν ακόμη και κατά τη διάρκεια και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και τι έχουν κερδίσει οι Αμερικανοί σε αντάλλαγμα για αυτό το χρέος;
Ούτε μετασχηματισμό των υποδομών, οι οποίες εξακολουθούν να υστερούν σε σχέση με άλλες προηγμένες οικονομίες. Ούτε σημαντικές βελτιώσεις στα αποτελέσματα στον τομέα της υγείας και της εκπαίδευσης, τα οποία συνεχίζουν να επιδεινώνονται. Ούτε τεράστιο απόθεμα κρίσιμων όπλων, το οποίο έχει μειωθεί δραστικά φέτος. Ούτε άνθηση στην κατασκευή κατοικιών, η οποία παραμένει υποτονική. Οι φορολογούμενοι έχουν δίκιο να αισθάνονται απογοητευμένοι και θυμωμένοι.
Πόσο θα διαρκέσει αυτή η έξαρση δανεισμού πριν έρθει η ώρα να πληρωθεί ο… λογαριασμός;
Εάν οι επενδυτές πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις θα διατηρήσουν, μακροπρόθεσμα, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τον πληθωρισμό υπό έλεγχο, θα χορηγούν δάνεια με σχετικά χαμηλά επιτόκια, διευκολύνοντας έτσι την αποτροπή της ταχύτερης αύξησης του χρέους σε σχέση με την ανάπτυξη της οικονομίας. Όμως, όπως γνωρίζει όποιος έχει προσπαθήσει να δανειστεί χρήματα για να αγοράσει σπίτι ή αυτοκίνητο, η εμπιστοσύνη των επενδυτών έχει μειωθεί. Και ακριβώς όπως ο δανεισμός έχει γίνει πιο ακριβός για τους καταναλωτές, έτσι έχει γίνει πιο ακριβός και για τις κυβερνήσεις, επιδεινώνοντας τα δημοσιονομικά τους προβλήματα.
Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων των αναπτυγμένων κρατών έχουν καταγράψει κατακόρυφη άνοδο από τότε που ο πόλεμος στο Ιράν ανέτρεψε τα δεδομένα στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές — αντανακλώντας, μεταξύ άλλων, ανησυχίες για τη δημοσιονομική σπατάλη, τον πληθωρισμό, τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και το κόστος του επανεξοπλισμού. Αυτά τα υψηλότερα επιτόκια μεταφράζονται σε υψηλότερους φόρους. Οι Αμερικανοί φορολογούμενοι δαπανούν πλέον 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως μόνο για την εξυπηρέτηση των τόκων του χρέους, ποσό σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με το 2020.
Στο μεταξύ, οι κάτοχοι κρατικών ομολόγων επιστρατεύουν το ιδιωτικό χρέος όπως ποτέ άλλοτε. Τα συνταξιοδοτικά ταμεία και άλλοι θεσμικοί επενδυτές χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο παράγωγα που απαιτούν ελάχιστη αρχική καταβολή κεφαλαίου — μια πρακτική που διευκολύνεται από τα hedge funds, τα οποία με τη σειρά τους αγοράζουν ομόλογα, συχνά με 100% δανεικά χρήματα.
Αυτό καθιστά τις αγορές εύθραυστες: Όταν οι τιμές κινούνται απότομα, οι ξαφνικές απαιτήσεις για collateral μπορούν να αναγκάσουν τους επενδυτές σε μαζικές πωλήσεις, όπως συνέβη κατά το “dash for cash” του 2020 και την κρίση των κρατικών ομολόγων στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2022, η οποία ανέτρεψε την κυβέρνηση. Κι όμως, η πρακτική αυτή συνεχίζει να διογκώνεται: η έκθεση των hedge funds σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα, καθώς και ο συνολικός δανεισμός τους, είναι πολύ μεγαλύτερα από ό,τι ήταν πριν από την αναταραχή του 2020.
Όλα αυτά αυξάνουν τον κίνδυνο ενός φαύλου κύκλου, στον οποίο οι ανησυχίες των επενδυτών για τα δημόσια οικονομικά μετατρέπονται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, εκτινάσσοντας τα επιτόκια σε βαθμό που το χρέος καθίσταται πραγματικά μη βιώσιμο. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια κρίση στην οποία οι κυβερνήσεις δεν θα είναι σε θέση να σταθεροποιήσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, επειδή η ίδια η δυσχέρεια τους αποτελεί την αιτία της κρίσης. Οι επιπτώσεις —οικονομικές, πολιτικές και άλλες— θα μπορούσαν να είναι βαθιές και μακροπρόθεσμες.
Υπάρχει ακόμα χρόνος για να αναλάβουν δράση οι κυβερνήσεις. Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την ευπάθεια των αγορών. Αντί να ενθαρρύνουν τη μόχλευση μειώνοντας τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών, οι ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να περιορίσουν το ύψος της μόχλευσης που μπορούν να εξασφαλίσουν τα συνταξιοδοτικά ταμεία και τα hedge funds στις αγορές παραγώγων και δανεισμού. Τα stress tests μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό επικίνδυνων συγκεντρώσεων κινδύνου. Σε περίπτωση που οι αναγκαστικές πωλήσεις από επενδυτές που χρησιμοποιούν μόχλευση πιέσουν υπερβολικά τα επιτόκια, οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να είναι έτοιμες να παρέμβουν και να σταθεροποιήσουν τις αγορές.
Αυτά τα μέτρα μπορούν να συμβάλουν στον μετριασμό των κινδύνων και των ζημιών, όμως η μόνη πραγματική λύση στο πρόβλημα είναι η πιο προφανής —και η πιο δύσκολη: η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Αυτό απαιτεί τη λήψη σκληρών αποφάσεων για τη συγκράτηση των δαπανών και την αύξηση των φορολογικών εσόδων. Με το πρώτο να προσελκύει τους συντηρητικούς και το δεύτερο τους φιλελεύθερους, οι συμβιβασμοί θα έπρεπε να είναι εφικτοί, όμως η επίτευξή τους θα απαιτήσει ισχυρότερη ηγεσία και περισσότερο πολιτικό θάρρος από αυτό που έχει επιδείξει έως τώρα οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές.
Όσο αυξάνεται το βάρος του δημόσιου χρέους, τόσο περισσότερο θα δοκιμάζεται η αντοχή των αγορών και θα απειλείται η σταθερότητα των οικονομιών. Κανείς δεν μπορεί να πει με ακρίβεια πού ακριβώς βρίσκεται το breaking point — παρά μόνο ότι πλησιάζουμε επικίνδυνα σε αυτό.