Το 1998, νεαρός συντάκτης στις «Σελίδες» του «Φ», πήρα συνέντευξη από τον Γιαλτσίν Κουτσούκ.
Ο ακαδημαϊκός και συγγραφέας, ο οποίος πέθανε τον Απρίλιο σε ηλικία 87 ετών, υπήρξε μια αινιγματική προσωπικότητα η οποία έζησε από κοντά τη σύγχρονη Ιστορία της Τουρκίας, μέσα και έξω από τις φυλακές, όπου τον είχαν στείλει, διαδοχικά, σχεδόν όλοι: μία από τις χούντες, το κεμαλικό κατεστημένο και, αργότερα, ο Ερντογάν.
Ο λόγος της συνάντησής μας δεν ήταν τα εσωτερικά της Τουρκίας, όσο συναρπαστικά κι αν είναι μέσα στην παράνοια και το διαχρονικό σκοτάδι τους.
Ο Κουτσούκ είχε γράψει τότε, με τη βοήθεια της Σοφίας Ιορδανίδου, το βιβλίο «Νταλγκά – Νταλγκά» («Κύματα – Κύματα»), όπου κατέθετε τη μαρτυρία του για την Τουρκική Εισβολή του 1974, στην οποία έλαβε μέρος ως αξιωματικός, έχοντας επιστρατευθεί ένα χρόνο πριν.
Τριάντα χρόνια μετά, θυμάμαι ακόμη την ένταση του λόγου του, ειδικά όταν μιλούσε για δολοφονίες και βιασμούς. Το πώς έτρεμε.
Θυμάμαι την ιστορία του λοχία Νετζατίν, ο οποίος του περιέγραψε μια σκηνή στην Τύμπου, όπου δύο αξιωματικοί βίασαν μαζί μια γυναίκα μπροστά στη μάνα και στο παιδί της. Και την ιστορία για δύο στρατιώτες, τον Σεφίκ και τον Σουλεϊμάν, οι οποίοι, αφού βίασαν μια Ελληνοκύπρια κοπέλα, τη σκότωσαν. Όταν τη βρήκε, λέει ο Κουτσούκ, κόμπαζαν ότι είχαν αδειάσει τα όπλα τους στον κόλπο της.
Εμείς τότε, αντί να συζητάμε τη μαρτυρία, συζητούσαμε εάν όντως δεν τα είχε δει, εάν είχε ρόλο, εάν, εάν… Ωσάν να άλλαζε κάτι.
Το τι πέρασαν αυτές οι γυναίκες πριν και μετά τη φρίκη, το πόσες πέθαναν χωρίς να μαθευτεί τι έζησαν, το πόσες δεν μπόρεσαν να νιώσουν ξανά άντρα δίπλα τους ή εγκαταλείφθηκαν από συζύγους, αρραβωνιαστικούς και πεθερικά «από ντροπή», το πόσο άθλια τους φέρθηκαν η κοινωνία και η πολιτεία, αποδείχθηκε ξανά και ξανά.
Κόντρα στο αφήγημα της Άγκυρας και τις αθλιότητες περί «ελληνοκυπριακής προπαγάνδας» και «συκοφάντησης του ηρωικού τουρκικού στρατού».
Ήταν όλες τόσο φαντασιόπληκτες, που ο τότε αντισυνταγματάρχης Σαλίχ Γκιουλεργιούζ, υποδιοικητής της Ταξιαρχίας Καταδρομών, κατέγραψε στο ημερολόγιό του ότι, στις 3 Αυγούστου 1974, πληροφορήθηκε τη δολοφονία 14 Ελληνοκυπρίων μέσα σε σπίτι στον Σύσκληπο. Ως δράστες είχαν ταυτοποιηθεί ένας Τούρκος υπαξιωματικός Πυροβολικού, δύο Τούρκοι, έγραψε, καταδρομείς και δύο Τουρκοκύπριοι ένοπλοι.
Την επομένη επισκέφθηκε το σπίτι και περιέγραψε πτώματα γυναικών και ανδρών, ένα αποκεφαλισμένο θύμα και ένα νεκρόν κορίτσι 11-12 ετών, για το οποίο χρησιμοποίησε τη λέξη «kirletilmiş» — κυριολεκτικά «μολυσμένο», καθιερωμένο τότε ευφημισμό για τον βιασμό. Το ημερολόγιο δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του Ερόλ Μιουτερτζίμλερ Satılık Ada Kıbrıs – Kıbrıs Barış Harekâtının Bilinmeyen Yönleri («Κύπρος, το Νησί προς Πώληση – Οι Άγνωστες Πτυχές της Ειρηνευτικής Επιχείρησης στην Κύπρο»).
Ακόμη και ο Ραούφ Ντενκτάς, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, είχε γράψει αργότερα στον Αμερικανό πρέσβη για έναν ιερέα στην Καρπασία που δολοφονήθηκε και για την κόρη του που βιάστηκε, ισχυριζόμενος ότι μερίμνησε για την τιμωρία του δράστη. Κάτι που δεν τεκμαίρεται.
Ο Ερυθρός Σταυρός κατέγραψε επίσης 40 περιπτώσεις Ελληνοκυπρίων κοριτσιών και γυναικών και δύο περιπτώσεις Τουρκοκυπρίων. Ξέρουμε πια ότι ήταν πολύ περισσότερες. Συνάδελφοι και ερευνητές βρήκαν αμέτρητα στοιχεία και μαρτυρίες.
Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει δει το ντοκιμαντέρ της Μελίνας Μερκούρη για την ΕΡΤ, με τη γυναίκα, θύμα βιασμού, να περιγράφει όσα έζησε ανέκφραστα σχεδόν, ψυχικά νεκρή, ή το «Αττίλας ’74: Ο βιασμός της Κύπρου» του Κακογιάννη, με ένα 15χρονο τότε παιδί-θύμα, και να μην έχει αρρωστήσει. Όσες φορές κι αν τα έχει δει.
Όσο κι αν φωνάζει η Άγκυρα, απλώς γελοιοποιείται.
Τις προάλλες, η πρωτοβουλία που ξεκίνησε ο Λουκάς Φουρλάς και ανέλαβε η Ελεονώρα Μελέτη ως εισηγήτρια οδήγησε σε ένα ψήφισμα-κόλαφο για την Τουρκία και σε μια ηχηρή δικαίωση για εκείνες τις γυναίκες. Το 15χρονο κορίτσι θα είναι σήμερα 67 ετών, εάν ζει.
Όσοι δούλεψαν για να περάσει αξίζουν συγχαρητήρια.
Δεν είναι εθνικισμός ή κάτι τέτοιο. Πάμπολλες από αυτές τις ιστορίες, ίσως και οι περισσότερες, λόγω της ευαισθησίας του θέματος στην κοινότητά μας, αναδείχθηκαν από Τουρκοκύπριους συναδέλφους και άλλους. Αυτοί τα σκάλισαν — και δεν ήταν ακίνδυνο.
Και κανείς δεν επιτρέπεται να ξεχνά ότι αντίστοιχα κτήνη διέπραξαν παρόμοια εγκλήματα στα τρία τουρκοκυπριακά χωριά της επαρχίας Αμμοχώστου και όχι μόνο. Το ότι το συγκεκριμένο ψήφισμα αφορούσε τις Ελληνοκύπριες δεν αφαιρεί τίποτα από το όλον, ούτε έπρεπε το ζήτημα να πάει «πακέτο» για να έχει αξία.
Το ότι, πάλι, βρέθηκε ένας ελληνόφωνος με μητέρα πρόσφυγα από την Αμμόχωστο— να τηρήσει αποχή, δείχνει κάτι άλλο.
Υπάρχει, μάλιστα, μια τουρκική παροιμία που το περιγράφει καλύτερα: «Kalıp kıyafetle adam, adam olmaz». Που πάει να πει ότι από το παράστημα και τα ρούχα του κανείς δεν γίνεται άνθρωπος .
Έχουν και μια άλλη, με το χρυσό σαμάρι και τον γάιδαρο.
Τι μας φταίνε όμως κι αυτά τα καημένα;