Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Περιορισμένο κίνδυνο κατακερματισμού στην Ευρωζώνη διαπιστώνει η Goldman Sachs, παρά την επανεμφάνιση δημοσιονομικών ανησυχιών με επίκεντρο τη Γαλλία. Η αμερικανική τράπεζα εκτιμά ότι η διεύρυνση των spreads των κρατικών ομολόγων δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή ένδειξη για επικείμενη παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η ανάλυσή της δίνει ιδιαίτερο βάρος στη μεταβλητότητα της αγοράς ομολόγων, στις αποκλίσεις μεταξύ των χωρών και στην ταχύτητα μεταβολής των αποδόσεων. Οι συγκεκριμένοι παράγοντες μπορούν, σύμφωνα με την Goldman Sachs, να προσφέρουν σαφέστερη εικόνα για το κατά πόσο οι πιέσεις εξελίσσονται σε άτακτες κινήσεις που απειλούν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ διαθέτει σειρά εργαλείων για την αντιμετώπιση τέτοιων κινδύνων, μεταξύ των οποίων το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης (TPI). Το εργαλείο μπορεί να ενεργοποιηθεί απέναντι σε «αδικαιολόγητες» και «άτακτες» δυναμικές της αγοράς, οι οποίες υπονομεύουν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Capital.gr, η ενεργοποίηση του TPI δεν έχει τεθεί προς συζήτηση στην ΕΚΤ. Πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα αναφέρουν ότι δεν έχει εντοπιστεί πρόβλημα στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής, ενώ οι προϋποθέσεις χρήσης του εργαλείου είναι συγκεκριμένες.

Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι spreads άνω των 250 μονάδων βάσης έχουν συχνά συνδεθεί με παρεμβάσεις της ΕΚΤ, όπως στις περιόδους 2010–2012, 2020 και 2022. Ωστόσο, το επίπεδο αυτό δεν αποτελεί αυτόματο όριο ενεργοποίησης μέτρων. Το 2018, για παράδειγμα, τα ιταλικά spreads το ξεπέρασαν σημαντικά, χωρίς να ακολουθήσει παρέμβαση.

Για τον λόγο αυτό, η τράπεζα εξετάζει ένα ευρύτερο σύνολο χρηματοοικονομικών ενδείξεων. Πέρα από το ύψος των spreads, αξιολογεί τις μεταβολές τους, τη διασπορά μεταξύ των κρατών και τη μεταβλητότητά τους. Στις σχετικές αναφορές των αξιωματούχων της ΕΚΤ περιλαμβάνονται επίσης η ρευστότητα της αγοράς, η πορεία περιουσιακών στοιχείων υψηλού κινδύνου, όπως οι τραπεζικές μετοχές, και η συναλλαγματική ισοτιμία.

Η ΕΚΤ διαθέτει ήδη δείκτες παρακολούθησης των χρηματοπιστωτικών πιέσεων. Ο Σύνθετος Δείκτης Συστημικής Πίεσης, γνωστός ως CISS, συγκεντρώνει δεδομένα των αγορών για την αποτύπωση ευρύτερων κινδύνων χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Η εκδοχή του για το δημόσιο χρέος, ο SovCISS, εστιάζει στον πιστωτικό κίνδυνο, στη μεταβλητότητα και στη ρευστότητα βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων. Η Goldman Sachs τον χαρακτηρίζει χρήσιμο και περιεκτικό, επισημαίνει όμως ότι οι μεταβαλλόμενοι συντελεστές στάθμισης δυσκολεύουν την ερμηνεία του.

Σε αυτό το πλαίσιο, η τράπεζα κατασκευάζει έναν νέο δείκτη κινδύνου κατακερματισμού, με απλούστερη δομή και πιο άμεση στόχευση στην εκτίμηση πιθανών παρεμβάσεων της ΕΚΤ.

Για την ανάπτυξή του εξετάζει τη συμπεριφορά των χρηματοοικονομικών μεταβλητών πριν από σημαντικές παρεμβάσεις. Χρησιμοποιεί στοιχεία για διετή και δεκαετή ομόλογα και δοκιμάζει διαφορετικούς τρόπους συνδυασμού των δεδομένων ανά χώρα, μεταξύ άλλων με στάθμιση βάσει του ΑΕΠ ή του δημόσιου χρέους.

Η μελέτη επικεντρώνεται σε επτά κομβικά επεισόδια:

  • Την πρώτη ανακοίνωση αγορών μέσω του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων (SMP), τον Μάιο του 2010.
  • Τη διεύρυνση του SMP, τον Αύγουστο του 2011.
  • Την έναρξη των τριετών πράξεων μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (LTROs), στα τέλη του 2011.
  • Την ομιλία του Μάριο Ντράγκι με τη δέσμευση «whatever it takes», τον Ιούλιο του 2012.
  • Την ανακοίνωση των Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών (OMT), τον Σεπτέμβριο του 2012.
  • Την ανακοίνωση του έκτακτου προγράμματος αγοράς τίτλων λόγω πανδημίας (PEPP), τον Μάρτιο του 2020.
  • Την ανακοίνωση του TPI, τον Ιούλιο του 2022.

Στα επεισόδια αυτά, τα μέσα spreads διαμορφώνονταν περίπου στις 250 μονάδες βάσης με στάθμιση βάσει του ΑΕΠ και στις 300 μονάδες βάσης με στάθμιση βάσει του χρέους. Στις οικονομίες που δέχονταν τις μεγαλύτερες πιέσεις ξεπερνούσαν τις 350 μονάδες βάσης. Οι αποκλίσεις μεταξύ των επιμέρους περιόδων ήταν, ωστόσο, σημαντικές, ενώ αντίστοιχη εικόνα προέκυψε και από την εξέταση των διετών τίτλων.

Σαφέστερο κοινό χαρακτηριστικό ήταν η έξαρση της μεταβλητότητας και της διασποράς των spreads γύρω από τις παρεμβάσεις, στοιχείο που αντανακλούσε άτακτες κινήσεις στην αγορά. Στην περίοδο που εξετάζει η ανάλυση, οι δύο αυτές μετρήσεις παραμένουν χαμηλές σε σύγκριση με προηγούμενα επεισόδια παρέμβασης.

Η στατιστική αξιολόγηση της Goldman Sachs αναδεικνύει ως ισχυρότερο σήμα τη μεταβλητότητα των spreads των δεκαετών ομολόγων και, συγκεκριμένα, την κυλιόμενη τυπική απόκλισή τους. Ακολουθεί το ύψος των δεκαετών spreads έναντι των γερμανικών κρατικών τίτλων, το οποίο εμφανίζεται ελαφρώς πιο χρήσιμο από τις αντίστοιχες μετρήσεις διετούς διάρκειας.

Στην τρίτη θέση κατατάσσονται οι δείκτες διασποράς μεταξύ χωρών. Έπονται οι μεταβολές των spreads και άλλες ενδείξεις, όπως τα τραπεζικά spreads και η συναλλαγματική ισοτιμία.

Σύμφωνα με την τράπεζα, ο νέος δείκτης αποτυπώνει ικανοποιητικά τα βασικά επεισόδια πίεσης στην αγορά κρατικού χρέους. Ιστορικά, η ΕΚΤ παρενέβαινε συνήθως όταν αυτός βρισκόταν 1,5 έως 2 τυπικές αποκλίσεις πάνω από τον μέσο όρο του. Παράλληλα, αποφεύγει την εσφαλμένη ένδειξη επικείμενης παρέμβασης που θα μπορούσε να είχε προκύψει από τη διεύρυνση του ιταλικού spread το 2018.

Η πρόσφατη άνοδος των επιμέρους μετρήσεων χαρακτηρίζεται ήπια σε σχέση με προηγούμενες περιόδους έντασης και αποδίδεται κυρίως στην αυξημένη μεταβλητότητα και στη διεύρυνση των spreads. Η Goldman Sachs υποστηρίζει ότι, στη σύγκριση που πραγματοποίησε με τους δείκτες πίεσης της ΕΚΤ, ο δικός της δείκτης εμφανίζει μεγαλύτερη προβλεπτική ικανότητα για τις παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας.

Παρά τα ευρήματα αυτά, η ανάλυση δεν προσδιορίζει ένα ασφαλές όριο πέρα από το οποίο η ΕΚΤ θα αναλάβει δράση. Όπως επισημαίνει η Goldman Sachs, οι άτακτες κινήσεις της αγοράς εντοπίζονται ευκολότερα από ό,τι αξιολογείται αν δικαιολογούνται από θεμελιώδεις παράγοντες. Η τελική κρίση απαιτεί ευρύτερη εξέταση του μακροοικονομικού, δημοσιονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος.

Πηγή: Capital.gr