Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣε νέα αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο εκτιμάται ότι θα προχωρήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων από το 2,5% στο 2,75%, χωρίς να αποκλείεται η συγκεκριμένη παρέμβαση να αποτελέσει την τελευταία στον τρέχοντα κύκλο νομισματικής σύσφιγξης.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Capital.gr, η ΕΚΤ καλείται να σταθμίσει τις νέες πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η άνοδος των τιμών της ενέργειας, καθώς και τις επιπτώσεις που έχει ήδη η αύξηση του κόστους δανεισμού στις οικονομίες της Ευρωζώνης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πληροφορίες η ΕΚΤ, αναμένεται να προχωρήσει σε προσωρινή αναστολή των αυξήσεων των επιτοκίων, μεταθέτοντας για τη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου την επόμενη παρέμβασή της. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το βασικό επιτόκιο του ευρώ αναμένεται να αυξηθεί κατά 25 μονάδες βάσης, από το 2,5% στο 2,75%, χωρίς να αποκλείεται η συγκεκριμένη κίνηση να αποτελέσει και την τελευταία στον τρέχοντα κύκλο νομισματικής σύσφιγξης.
Στη Φρανκφούρτη επικρατεί η εκτίμηση ότι, παρά τις συνεχιζόμενες ανατιμήσεις στην ενέργεια και την επιτάχυνση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη, δεν έχουν καταγραφεί σημαντικές δευτερογενείς επιπτώσεις στις τιμές των τροφίμων και των υπηρεσιών.
Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, έναντι 3,2% τον Αύγουστο, με την άνοδο να αποδίδεται κυρίως στο αυξημένο ενεργειακό κόστος, το οποίο συνδέεται με τη συνέχιση του πολέμου στο Ιράν.
Πέραν των πληθωριστικών πιέσεων, ωστόσο, η ΕΚΤ καλείται να διαχειριστεί και τις επιπτώσεις της επιδείνωσης των χρηματοπιστωτικών συνθηκών στην Ευρώπη.
Η πολιτική και οικονομική κρίση στη Γαλλία αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες προβληματισμού, καθώς η αύξηση του κόστους δανεισμού επηρεάζει ευρύτερα τις αγορές κρατικών ομολόγων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μια νέα αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω τις οικονομίες των κρατών μελών που αντιμετωπίζουν υψηλό δημόσιο χρέος, αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους. Η Ελλάδα εμφανίζεται, πάντως, συγκριτικά λιγότερο εκτεθειμένη στις συγκεκριμένες πιέσεις.
Οι διαφορετικές προσεγγίσεις στο εσωτερικό της ΕΚΤ
Καθώς πλησιάζει η επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ, οι τοποθετήσεις μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αναδεικνύουν τις διαφορετικές προσεγγίσεις που επικρατούν σχετικά με τη συνέχιση της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής.
Ορισμένοι κεντρικοί τραπεζίτες εκτιμούν ότι η προσπάθεια περιορισμού του πληθωρισμού δεν πρέπει να διακοπεί πρόωρα, δεδομένου ότι ο δείκτης τιμών εξακολουθεί να κινείται αισθητά υψηλότερα από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε ο διοικητής της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, Γιοακείμ Νάγκελ, ο οποίος δήλωσε πρόσφατα ανοικτός στο ενδεχόμενο μιας νέας αύξησης των επιτοκίων.
Ανάλογη θέση εξέφρασε και ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Λετονίας, Μάρτιν Κάζακς, επισημαίνοντας ότι ο πληθωρισμός παραμένει σχεδόν διπλάσιος από τον στόχο της ΕΚΤ και ότι ενδεχομένως να απαιτηθεί περαιτέρω περιορισμός της νομισματικής πολιτικής.
Ο ίδιος, ωστόσο, δεν προσδιόρισε εάν μια νέα παρέμβαση θα πρέπει να πραγματοποιηθεί άμεσα ή σε μεταγενέστερο στάδιο.
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η άνοδος των επιτοκίων μπορεί να περιορίσει τη διαθέσιμη ρευστότητα στην οικονομία, συμβάλλοντας έτσι στη συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων.
Από την πλευρά του, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Σλοβενίας, Πρίμοζ Ντόλεντς, υποστήριξε ότι, εφόσον οι αγορές συνεχίσουν να αυστηροποιούν τις συνθήκες χρηματοδότησης, η ΕΚΤ ενδέχεται να μη χρειαστεί να προχωρήσει σε πολλές πρόσθετες παρεμβάσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκαν και οι τοποθετήσεις του Γάλλου κεντρικού τραπεζίτη Εμμανουέλ Μουλέν, ο οποίος άφησε να εννοηθεί ότι μέρος της προσπάθειας περιορισμού του πληθωρισμού μπορεί να επιτευχθεί μέσω των ίδιων των αγορών, καθώς η αύξηση του κόστους δανεισμού λειτουργεί ήδη περιοριστικά για την οικονομική δραστηριότητα.
Γιατί η επόμενη αύξηση μπορεί να είναι η τελευταία
Το ενδεχόμενο η αύξηση των επιτοκίων τον Δεκέμβριο να αποτελέσει την τελευταία ενισχύεται από το γεγονός ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν ήδη αρχίσει να λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση με τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που αποδίδονται σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία τοποθετούνται υπό καθεστώς ανωνυμίας, η συνεχιζόμενη αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων περιορίζει σταδιακά την ανάγκη για περαιτέρω αυξήσεις των βασικών επιτοκίων.
Και αυτό διότι η επιβάρυνση στο κόστος χρηματοδότησης των κρατών μεταφέρεται ήδη στα επιτόκια χορηγήσεων των εμπορικών τραπεζών, καθιστώντας ακριβότερη και δυσκολότερη την πρόσβαση νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε δανεισμό.
Η εξέλιξη αυτή έχει περιοριστική επίδραση στην οικονομία, αντίστοιχη με εκείνη που προκαλεί μια αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ.
Εάν, μάλιστα, η κεντρική τράπεζα προχωρήσει σε νέα αύξηση του βασικού της επιτοκίου στο 2,75%, η ανοδική πορεία του κόστους δανεισμού ενδέχεται να επιταχυνθεί, εντείνοντας τις πιέσεις στην πραγματική οικονομία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, παράγοντες της αγοράς θεωρούν πιθανό η ΕΚΤ να επιλέξει μια περισσότερο προσεκτική προσέγγιση, αποφεύγοντας να εξαντλήσει από τώρα τα διαθέσιμα εργαλεία της για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού.
Ένα διάστημα αναμονής θα επέτρεπε στη Φρανκφούρτη να αξιολογήσει τις επιπτώσεις των αυξήσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, προτού αποφασίσει εάν χρειάζεται να συνεχίσει τη νομισματική σύσφιγξη.
Άλλωστε, βασική παράμετρος στους υπολογισμούς της ΕΚΤ αποτελεί η φύση των πληθωριστικών πιέσεων.
Στην παρούσα συγκυρία, η άνοδος των τιμών δεν αποδίδεται σε υπερβολική ζήτηση, αλλά κυρίως στους περιορισμούς της προσφοράς, οι οποίοι συνδέονται με τη συνεχιζόμενη γεωπολιτική κρίση.
Όσο οι συγκεκριμένοι περιορισμοί παραμένουν, οι αυξήσεις των επιτοκίων ενδέχεται να έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων του πληθωρισμού, την ίδια στιγμή που επιβαρύνουν το κόστος χρηματοδότησης και τις προοπτικές ανάπτυξης της Ευρωζώνης.