Η δημοσιονομική εικόνα του πρώτου τριμήνου του 2026 παραμένει θετική, καθώς τα δημόσια έσοδα συνέχισαν να αυξάνονται, κυρίως λόγω της ισχυρής φορολογικής απόδοσης και της αύξησης των κοινωνικών εισφορών. Ωστόσο, η ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των δημόσιων δαπανών, ιδιαίτερα στις κοινωνικές παροχές, στις λοιπές τρέχουσες δαπάνες και στις κεφαλαιουχικές δαπάνες, περιόρισε το δημοσιονομικό πλεόνασμα σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.

Συνεπώς, η δημοσιονομική πολιτική φαίνεται να παραμένει επεκτατική, με τις αυξημένες δημόσιες δαπάνες να συνοδεύονται από ισχυρή, αλλά όχι επαρκή, αύξηση των εσόδων, ώστε να διατηρηθεί το επίπεδο του πλεονάσματος του προηγούμενου έτους.

Τα προκαταρκτικά δημοσιονομικά αποτελέσματα που ετοιμάστηκαν από τη Στατιστική Υπηρεσία για την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2026 καταδεικνύουν πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης της τάξης των €567,1 εκατ., σε σύγκριση με πλεόνασμα €600,6 εκατ. για την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2025 και €575,4 εκατ. για το 2024.

Την ίδια ώρα, θετικά είναι τα νέα και στο μέτωπο του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η Κύπρος κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη μείωση του δημόσιου χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ελλάδα.

Το δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στο 54,6% του ΑΕΠ στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, μειωμένο κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το τέλος του 2025, όταν βρισκόταν στο 55,0% του ΑΕΠ. Σε ετήσια βάση, η μείωση έφθασε τις 7,4 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς το πρώτο τρίμηνο του 2025 το δημόσιο χρέος ανερχόταν στο 61,9% του ΑΕΠ.

Σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό ισοζύγιο και τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, τα κρατικά ταμεία χρηματοδοτούνται κυρίως από τρεις βασικές κατηγορίες εσόδων: τις κοινωνικές εισφορές (33,4%), τους έμμεσους φόρους (29,6%), με σημαντικότερο τον ΦΠΑ, και τους άμεσους φόρους στο εισόδημα και τον πλούτο (28,6%).

Οι τρεις αυτές κατηγορίες αντιστοιχούν συνολικά σε περίπου 92% των συνολικών εσόδων της γενικής κυβέρνησης κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, γεγονός που δείχνει ότι τα δημόσια έσοδα βασίζονται κυρίως στη φορολογία και στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.

Η αναλυτική εικόνα δείχνει ότι τα συνολικά έσοδα αυξήθηκαν κατά €207,7 εκατ. (+5,8%), από €3.611,9 εκατ. σε €3.819,6 εκατ. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στην αύξηση των τρεχόντων φόρων στο εισόδημα και τον πλούτο κατά 10,9% (+€107,8 εκατ.), στην αύξηση των κοινωνικών εισφορών κατά 8,2% (+€96,6 εκατ.) και στην αύξηση των φόρων επί της παραγωγής και των εισαγωγών κατά 3,4%, με τα καθαρά έσοδα από τον ΦΠΑ να αυξάνονται κατά 5,5%.

Αντίθετα, καταγράφηκε μείωση στα λοιπά τρέχοντα έσοδα (-9,8%), στα έσοδα από την παροχή υπηρεσιών (-7,2%), στις τρέχουσες μεταβιβάσεις (-13,6%) και, ιδιαίτερα, στο εισπρακτέο εισόδημα περιουσίας (-31,2%).

Οι συνολικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά €241,2 εκατ. (+8,0%), δηλαδή με ταχύτερο ρυθμό από τα έσοδα. Οι κυριότερες αυξήσεις εντοπίζονται στις κοινωνικές παροχές (+6,5%), στις απολαβές προσωπικού (+2,4%), στην ενδιάμεση ανάλωση (+9,3%) και στις λοιπές τρέχουσες δαπάνες, οι οποίες σημείωσαν τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των τρεχουσών δαπανών (+31,8%).

Παράλληλα, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες αυξήθηκαν σημαντικά, κατά 21,6%, κυρίως λόγω της εντυπωσιακής αύξησης των λοιπών μεταβιβάσεων κεφαλαίου (+71,3%), ενώ οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 7,9%.

Η μοναδική βασική κατηγορία δαπανών που παρουσίασε μείωση ήταν οι επιδοτήσεις, οι οποίες περιορίστηκαν κατά 19,5%.