Τι αφήνει πίσω της η τριήμερη επίσκεψη Γκουτέρες στην Κύπρο; Είναι φανερό ότι η επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ António Guterres στην Κύπρο (27–29 Ιουλίου 2026) δεν παρήγαγε μια θεαματική εξέλιξη ούτε ανακοίνωσε ένα νέο σχέδιο λύσης, παρά τα όσα φημολογούνταν τις προηγούμενες μέρες. Ένας Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ όμως δεν πραγματοποιεί προσωπική επίσκεψη για να καταπιαστεί με ένα διεθνές ζήτημα χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό στόχο. Το αποτύπωμα της επίσκεψης δεν βρίσκεται τόσο στις ανακοινώσεις που έγιναν όσο στη διπλωματική δυναμική που επιχειρεί να δημιουργήσει. Ασφαλώς τα πολιτικά και διπλωματικά αποτελέσματα, της επίσκεψης θα κριθούν τους επόμενους μήνες.
Όμως, τουλάχιστον από όσα ανακοινώθηκαν, το σημαντικότερο αποτέλεσμα ήταν ότι ο António Guterres ανακοίνωσε την πρόθεσή του να συγκαλέσει νέα διευρυμένη άτυπη συνάντηση 5+1, με τη συμμετοχή των δύο κοινοτήτων, των τριών εγγυητριών δυνάμεων και του ΟΗΕ, αφού προηγηθεί κατάλληλη προετοιμασία σε επίπεδο μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, μεθοδολογίας και ουσίας. Με άλλα λόγια, δεν πρότεινε λύση αλλά επιχείρησε να διατηρήσει ανοικτή τη διαδικασία. Με μόνη επιφύλαξη φυσικά την ύπαρξη «κρυφής ατζέντας» που σημαίνει ότι ο Γκουτέρες μετέφερε κάποιο σχέδιο λύσης ή τουλάχιστον στοιχεία του.
Το βαθύτερο στρατηγικό ζήτημα όμως που τίθεται είναι τι έχει να κερδίσει η Τουρκία από την επανενεργοποίηση της διαδικασίας του ΟΗΕ, χωρίς να εγκαταλείψει τη θέση της για δύο κράτη. Γιατί θα ήταν αφέλεια να πιστέψει κανείς ότι ο Γκουτέρες θα επισκεπτόταν την Κύπρο για να επανενεργοποιήσει τη διαδικασία λύσης χωρις τη συγκατάθεση της Τουρκίας.
Η Τουρκία επιτρέποντας και διευκολύνοντας την πρωτοβουλία του Γκουτέρες έχει μια σειρά από στόχους που θα διευκολύνουν τον αναβαθμισμένο ρόλο της όχι απλώς ως περιφερειακής δύναμης αλλά μιας χώρας που θα είναι σε θέση να μιλά με τους πρωταγωνιστές του διεθνούς συστήματος. Πιο συγκεκριμένα η επανενεργοποίηση της διαδικασίας του ΟΗΕ για το Κυπριακό επιτρέπει στην Τουρκία να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Άγκυρα επιδιώκει την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης με την ΕΕ, την διευκόλυνση των θεωρήσεων visa για τους Τούρκους πολίτες, την μεγαλύτερη οικονομική συνεργασία και την συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα. Για να προχωρήσουν όλα αυτά οι συνομιλίες για το Κυπριακό επιτρέπουν στην Τουρκία να εμφανίζεται ότι συμπεριφέρεται εποικοδομητικά στις προσπάθειες για λύση έστω και αν δεν αλλάζει ουσιαστικά η βασική θέση της για δύο κράτη, χαλαρή ομοσπονδία και επικυριαρχία επί του συνόλου του νησιού.
Την ίδια ώρα δεν θα σταματήσει να παγιώνει τα κατοχικά δεδομένα. Ο χρόνος λειτουργεί σε μεγάλο μέρος υπέρ της καθώς αυξάνεται η εξάρτηση των Τουρκοκυπρίων και δημιουργούνται μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στα κατεχόμενα.
Η Άγκυρα δεν θα σταματήσει επίσης την επιδίωξη σταδιακής αναβάθμισης του μορφώματος των κατεχομένων. Η αναβάθμιση αυτή δεν είναι κατ΄ανάγκη η διεθνής αναγνώριση του ψευδοκράτους. Υπάρχει και η ντε φάκτο συμμετοχή σε διεθνείς διαδικασίες και οι συμφωνίες σε επιμέρους θέματα και τομείς. Άλλωστε αυτή η ντε φάκτο αναγνώριση έγινε ακόμη φανερή και κατά την επίσκεψη του Γκουτέρες στην Κύπρο τόσο με την επίσκεψή του στο «προεδρικό» των κατεχομένων όσο και με την υποβάθμιση του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και του αναγνωρισμένου διεθνώς κυπριακού κράτους. Επιτυγχάνεται έτσι μια διεθνής αποδοχή των κατοχικών δεδομένων χωρίς επίσημη αναγνώριση του μορφώματος των κατεχομένων.
Η Άγκυρα επιδιώκει επίσης να συνδέσει το Κυπριακό με την νέα γεωπολιτική πραγματικότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτή η πραγματικότητα περιλαμβάνει τα θέματα ενέργειας, την ασφάλεια της περιοχής, τις θαλάσσιες ζώνες, τις μεταναστευτικές ροές και την ίδια την ευρωπαϊκή άμυνα. Έτσι η Τουρκία γίνεται αναπόφευκτος συνομιλητής της ΕΕ στα ζητήματα αυτά και όχι μόνο. Διότι θα είναι συνομιλητής της Μόσχας, των Αμερικανών και φυσικά των αραβικών χωρών. Γεωπολιτικός παίκτης από τον Καύκασο ως την Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και την Ασία. Όσον αφορά την πιθανή λύση του Κυπριακού η Τουρκία θα επιμείνει σε ρυθμίσεις που θα της επιτρέπουν επικυριαρχία επί του συνόλου του νησιού. Αυτές οι ρυθμίσεις περιλαμβάνουν τις εγγυήσεις ασφάλειας με στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο, ενδεχομένως με την συγκάλυψη του ΝΑΤΟ. Αυτή η παρουσία θα είναι δυνατό να διασφαλιστεί επίσης με εγγυητικά δικαιώματα και πάλι υπό νατοϊκή συγκάλυψη. Επιπλέον οι συνταγματικές ρυθμίσεις που προτείνονται με πολιτική ισότητα θα είναι ένας άλλος τρόπος επιβολής της Άγκυρας δεδομένου του ελέγχου που ασκεί επί των Τουρκοκυπρίων με διάφορα μέσα που διαθέτει, αλλά ειδικότερα με τον εποικισμό.
Λευκωσία και Αθήνα επί της ουσίας αποδέχονται ένα πλαίσιο συζήτησης για λύση του Κυπριακού όπως το έθεσε η Τουρκία με την βοήθεια του αγγλοαμερικανικού παράγοντα και ασφαλώς του ΝΑΤΟ. Με αυτή την λογική η ελληνική πλευρά θα έχει δύο επιλογές. Η πρώτη να υποχρεωθεί να αποδεχτεί μια λύση που θα εξυπηρετεί τα τουρκικά συμφέροντα και θα θέτει σε κίνδυνο την αναγνωρισμένη διεθνή ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας με μια πιθανή διάλυσή της και τη δημιουργία ενός κράτους δομημένου με φυλετικές δομές. Η δεύτερη να απορρίψει το τουρκικό πλαίσιο λύσης και να κατηγορηθεί για το αδιέξοδο που θα ακολουθήσει.
Οι κυπριακές ελίτ αλλά και αυτές του λεκανοπεδίου της Αττικής δεν φαίνεται να συνειδητοποιούν τους κινδύνους της τουρκικής στρατηγικής. Δεν τολμούν άλλωστε να θέσουν ευθαρσώς στη διεθνή κοινότητα το Κυπριακό είναι ως θέμα εισβολής και κατοχής και δευτερευόντως ένα δικοινοτικό θέμα. Λευκωσία και Αθήνα έχουν επί της ουσίας αποενοχοποιήσει την Τουρκία για την κατοχή με τις άγονες δικοινοτικές συνομιλίες που διαρκούν εδώ και 52 χρόνια.
Όπως το έθεσα και στο άρθρο μου της περασμένης Κυριακής, το μέλλον της Κύπρου είναι ένα κανονικό κράτος όπως τα υπόλοιπα κράτη της οικουμένης, ανεξάρτητα αν θα είναι ομοσπονδιακό ή ενιαίο, φτάνει να μη έχει φυλετικές δομές και να υιοθετείται απόλυτα το ευρωπαϊκό κοινοτικό κεκτημένο. Χρειαζόμαστε ανατροπές! Και μια νέα δυναμική πολιτική ανόρθωσης. Χρειαζόμαστε μια αναγεννητική στρατηγική επιβίωσης. Χρειαζόμαστε αλλαγή παραδείγματος, αλλαγή θεώρησης, μια νέα στρατηγική πυξίδα. Χρειαζόμαστε ηγέτες με όραμα και όχι δεδομένους στα ντόπια ολιγαρχικά συμφέροντα διασυνδεδεμένα ασφαλώς με αυτά των ξένων.
Με επιδίωξη συνεργασίας με εκείνους τους Τουρκοκύπριους που γενναία αντιτάσσονται στην κατοχή. Ούτε ο ελληνικός λαός, ούτε ο κυπριακός λαός θα αποδεχτούν ποτέ λύση κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, λύση υποταγής και αποδοχής των κατοχικών δεδομένων. Διότι γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο θα θα είναι το τέλος της Κύπρου. Είναι η ώρα της στράτευσης για δημοκρατία και ελευθερία.