Το Follies είναι από τη μια ένας φόρος τιμής του Σόντχαιμ σε ένα είδος διασκέδασης που εκλείπει, κι από την άλλη μια οξυδερκής αλλά και γεμάτη επιείκια ματιά στους χαρακτήρες των ανθρώπων του, με τα πάθη, τις αναμνήσεις και τις ζωές τους ειδωμένες και φιλτραρισμένες μέσα από τη θεατρικότητα του είδους που υπηρέτησαν. Πρωτοπαρουσιάστηκε το 1971 και αποτελεί ένα μιούζικαλ ‘pastiche’, όπου η πλοκή είναι σχετικά περιορισμένη και πρωταρχικό ρόλο έχουν τα ημι-αυτοτελή μουσικά νούμερα από τη μία, και τα τραγούδια που εκφράζουν τα συναισθήματα των χαρακτήρων από την άλλη. Παρά τη δομική αυτή ιδιαιτερότητα, στο εμπνευσμένο τόσο μουσικά όσο και υποκριτικά ανέβασμα στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου, δίνεται η δυνατότητα στους βασικούς χαρακτήρες να παρουσιάσουν μιαν εξέλιξη και μια συναισθηματική πορεία που κάνει το κοινό να ξεσπά σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα στο τέλος της παράστασης.

Το κεντρικό εύρημα τόσο του έργου όσο και της παράστασης είναι η εξαιρετικά επιτυχημένη ταυτόχρονη παρουσίαση του παρόντος και του παρελθόντος επί σκηνής, με διπλές διανομές στους ρόλους που αναπαριστούν τους σημερινούς, μεσήλικες χαρακτήρες και τις νεαρές ηλικιακά εκφάνσεις τους. Αντικατοπτρισμοί (‘Mirror, mirror on the wall’ από το τραγούδι ‘Who’s that woman’), είδωλα, σκιές και φαντάσματα του παρελθόντος συνθέτουν το παζλ των χαρακτήρων αλλά και τα μουσικά νούμερα και χορευτικά.

Κεντρικό ρόλο έχουν δυο ζευγάρια, ο Μπάντυ και η Σάλλυ και ο Μπεν και η Φύλλις, των οποίων οι γάμοι βρίσκονται σε αυτή τη φάση της ζωής τους σε κρίση, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στο συναισθηματικό μπέρδεμα και στις αποφάσεις που οι νεότερες εκφάνσεις των τεσσάρων αυτών χαρακτήρων είχαν πάρει κάποτε, αποφάσεις που καθόρισαν τις μετέπειτα πορείες τους και που συνεχίζουν να στοιχειώνουν τους χαρακτήρες μέχρι σήμερα. Η συνάντηση όλων μετά από όλα αυτά τα χρόνια -και είδικά σε μια τέτοια φορτισμένη ατμόσφαιρα παρακμής- και αφού οι διαδρομές τους ακολούθησαν αποκλίνουσες πορείες, θα τους φέρει όλους αντιμέτωπους όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τους ίδιους τους τους εαυτόυς της πάλαι ποτέ νεότητάς τους.

Το αρκετά λειτουργικό σκηνικό της Vicki Mortimer αντικατοπτρίζει αυτή ακριβώς τη δυαδικότητα, με την έμφαση να δίνεται στο υπό κατάρρευση θέατρο του σήμερα, όπου όμως αρκεί να ανάψουν τα φώτα της μαρκίζας από τις μέρες της δόξας του για να μεταμορφωθεί σε μια λαμπερή σκηνή όπου εκτελούνται παράλληλα τα χορευτικά νούμερα από τις νεαρές βερσιόν και από τις μεσήλικες (και σε κάποιες περιπτώσεις, υπερήλικες πλέον, χορεύτριες).

Το μισογκρεμισμένο πολυόροφο κτήριο με τις μεταλλικές σκάλες και τα ξεχαρβαλωμένα καθίσματα ζωντανεύει με την εμφάνιση των χορευτριών των Follies, αλλά τα λαμπερά τους κοστούμια (εξαιρετική δουλεία επίσης της Vicki Mortimer) δεν μπορούν να κρύψουν την μελαγχολική αίσθηση ότι οι χρυσές εποχές τους έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, και ότι το πάρτυ που λαμβάνει χώρα στο σήμερα είναι η τελευταία έκλαμψη πριν το οριστικό σκοτάδι της αυλαίας.

Σκηνογραφικά, αλλά και σκηνοθετικά, θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερη χρήση της αμφιθεατρικότητας του Olivier, καθώς σε αρκετές σκηνές υπήρχε μια αίσθηση μετωπικότητας, η οποία παρ’ όλα αυτά διακαιολογείται εν μέρει από τη ‘σκηνή μέσα στη σκηνή’ στην οποία εκτελούνται τα χορευτικά και μουσικά νούμερα, ιδιαίτερα του δεύτερου μέρους της παράστασης, όπου μεταφερόμαστε από το ρεαλιστικό σκηνικό των μπαλλέτων Follies στις εσωτερικές ‘σκηνές’ της φαντασιάς και των χαρακτήρων, σε μια σειρά από εξωπραγματικά και πολλές φορές σουρρεαλιστικά ‘νούμερα’ που εξωτερικεύουν το βαθύτερο ‘εγώ’ τους και τις μύχιες σκέψεις τους (‘Buddy’s Blues’, ‘Losing my Mind’ – σε μια σπαραχτικά εσωτερική ερμηνεία από την Imelda Staunton, ‘The Story of Lucy and Jessie’, και ‘Live, Laugh, Love’).

Οι ερμηνείες των τεσσάρων βασικών πρωταγωνιστών, με προεξάρχουσες τη Σάλλυ της Imelda Staunton και τη Φύλλις της Janie Dee τόσο στα ατομικά τους τραγούδια όσο και σε όλες τις σκηνές των ζευγαριών είναι αυτές που πραγματικά κάνουν την παράσταση να απογειώνεται. H Imelda Staunton λάμπει πραγματικά σε ένα ρόλο που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά να της πηγαίνει. Η εσωτερικότητα της ερμηνείας της αναδεικνύει μια πλούσια γκάμα συναισθημάτων και η εκφραστικότητα της μουσικής της ερμηνείας, παρότι δεν ήταν μουσικά τέλεια σε όλα τα τραγούδια, βγάζει μια δυναμική που εκπλήσσει.

Η Φύλλις της Janie Dee είναι δυναμική, σαγηνευτική και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Από τους υπόλοιπους, δευτερέυοντες αλλά εξίσου σημαντικούς γυναικείους ρόλους ξεχωρίζει η ερμηνεία της Di Bothcher ως Χάτι Γουόκερ στο τραγούδι ‘Broadway Baby’, μια εν πολλοίς αυτοαναφορική ερμηνεία που σηματοδοτεί και την επιμονή και συνέχεια που εξασφαλίζεται στο υπό έκλειψη μουσικοχορευτικό είδος των μπαλλέτων Follies μέσα από την νέα τουs εκδοχή – το θεατρικό μιούζικαλ. Οι ανδρικοί χαρακτήρες (o Philip Quast στον ρόλο του επιτυχημένου αλλά απροσδιόριστα ανικανοποίητου Μπεν και ο Peter Forbes στο ρόλο του εξωτερικά χαρούμενου αλλά εσωτερικά απογοητευμένου από τη ζωή του Μπάντυ), ελαφρώς πιο σχηματικοί κι επιφανειακοί σε ένα μιούζικαλ που κυριαρχούν οι γυναικείες παρουσίες των χορευτριών των Follies, καταφέρνουν ωστόσο να αναδείξουν την ως τώρα καλά κρυμμένη κι από τους ίδιους τους τους εαυτούς μελαγχολία και ολοένα αυξανόμενη αγανάκτηση για το χρόνο που περνά και για τα λάθη που πλέον είναι πολύ αργά για να διορθωθούν.

Η σκηνοθεσία του Dominic Cooke αναδεικνύει στο έπακρο τις εσωτερικές αντιφάσεις των χαρακτήρων και τις συναισθηματικές τους μεταπτώσεις, κι επιτρέπει στους ηθοποιούς να χρησιμοποιήσουν τη σκηνή ως προέκταση του εσωτερικού κόσμου των χαρακτήρων τους (με ανεπαίσθητα αντιληπτές αλλαγές στους φωτισμούς και παράλληλη δράση στο πίσω μέρος της σκηνής), ενώ ταυτόχρονα μέσα από την πολύ δεμένη χρήση των φλασμπακ φέρνει το παρόν αντιμέτωπο με το παρελθόν που το στοιχειώνει.

Για παράδειγμα, οι σκηνές όπου οι νεότερες εκφάνσεις των χαρακτήρων εμφανίζονται στις σκηνές των μεγαλύτερων εαυτών τους όχι ξαφνικά αλλά εντελώς φυσικά σαν να μπήκαν ως άλλοι καλεσμένοι στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ που λαμβάνει χώρα και από το οποίο δεν θα μπορούσαν να λείψουν, αφού τα φαντάσματά τους εξακολουθούν να βρίσκονται κάθε βράδυ εκεί στα ερείπια του παλιού θεάτρου καταδικασμένα να παίζουν τις σκηνές της χαμένης τους νεότητας ξανά και ξανά, έχουν στηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν εξίσου να εκληφθούν από τον θεατή σαν να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, όπου οι μεγαλύτεροι σε ηλικία χαρακτήρες εισέβαλλαν άθελά τους ως απρόσκλητοι καλεσμένοι σε ένα πάρτυ φαντασμάτων. Η εξαιρετική ορχήστρα και τα καλοδουλεμμένα χορευτικά που πλαισιώνουν τους χαρακτήρες δημιουργούν ένα πραγματικά αξιοθαύμαστο σύνολο που μεταφέρει τη δράση από εποχή σε εποχή κι από μουσικοχορευτικό κομμάτι σε κομμάτι με μια αίσθηση ότι όλα γίνονται οργανικά κι αβίαστα, σαν τον χρόνο που κύλισε χωρίς να τον αντιληφθούν οι πρωταγωνιστές.

  • Το Follies θα προβληθεί σε ζωντανή μετάδοση σε επιλεγμένες κινηματογραφικές αίθουσες σε όλο τον κόσμο την Πέμπτη 16 Νοεμβρίου, σε συνεργασία με το ΝΤ Live.