H Σελήνη υπήρξε πάντα αντικείμενο εξέτασης πολλών κλάδων του επιστητού, αλλά και της μεταφυσικής, αφού συνδεόταν με φαινόμενα όπως η άμπωτη και η παλίρροια, αλλά και με την ψυχική διάθεση. Ήδη ο Πλάτωνας κάνει λόγο για θεία μανία, υπό την επήρεια της οποίας μπορεί κανείς να αποδώσει εξαιρετικά στη φιλοσοφία, την τέχνη και την ποίηση την οποία σχετίζει και με την επίδραση του φεγγαριού.
H ετυμολογία της Σελήνης είναι σχετικά πολύπλοκο φιλολογικό ζήτημα. Πολλές φορές σ’ αυτήν τη στήλη είχαμε την ευκαιρία να τονίσουμε πως η ετυμολογία είναι κακός οδηγός προκειμένου να ορίσουμε με ασφάλεια το περιεχόμενο των λέξεων όπως χρησιμοποιούνται σήμερα και παρόλα τα θέλγητρά της και την παιγνιώδη καμιά φορά διάθεση που κρύβει η ερμηνεία σύνθετων ετυμολογιών, η σύγχρονη γλώσσα στηρίζεται στη χρήση και όχι στην ιστορική περιγραφή τύπων. Εντούτοις, η περιδιάβαση στους χώρους της ιστορίας της γλώσσας είναι συχνά χρήσιμη για να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς εξέλιξης των γλωσσών και της γλώσσας μας ειδικότερα, που έχει τόσο πλούσια μορφολογία.
Θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι η λέξη Σελήνη προέρχεται από τον εξής σχηματισμό: αρχ. Σελήνη/σελάνα (δωρικό) <σελάσ-α <σέλας + να (εξού και το λατινικό luna). H Σελήνη συνδέθηκε πολύ πρώιμα με φαινόμενα θρησκευτικού χαρακτήρα, προκατάληψη εξάλλου που διαιωνίζεται με διάφορες παραλλαγές ως σήμερα. Γι’ αυτό και αντικατέστησε την προηγούμενη λέξη μήνη (από εδώ παράγεται και η λέξη μήνας), ώστε να παραπέμπει με πιο άμεσο τρόπο στο φως (αντίστοιχο του λατινικού luna που παράγεται από το lux που σημαίνει φως).
Με τη Σελήνη συνδέθηκαν παλιότερα ακόμα και κύρια ονόματα όπως το “Ελένη”, ετυμολογική σύνδεση όμως που φαίνεται αστήρικτη. Ενδιαφέρουσα είναι η εξήγηση του Gregoire ότι η Ελένη (έπαιρνε δασεία δηλαδή είχε μπροστά δασύ φθόγγο που προφερόταν από τους αρχαίους ως χ, πρβ. Αγγλ. Helen) συνδέεται με το λατινικό Venus (=Αφροδίτη). Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει να δεχτούμε την άποψη ότι μπροστά από το Ελένη δεν είχαμε δασεία αλλά δίγαμμα δηλ. Fελένα).
Στα Νέα Ελληνικά η Σελήνη απέκτησε ακαδημαϊκή χρήση, γι’ αυτό και γίνεται πολύ συχνότερα χρήση της λέξης “Φεγγάρι” (από το μεσαιωνικό τύπο φεγγάριον που προέρχεται με τη σειρά του από το αρχαίο φέγγος, που σημαίνει και πάλιν το φως), η οποία απέκτησε ποικίλες συνυποδηλώσεις, από τις πιο προφανείς (ολόγιομο φεγγάρι, στρογγυλό, αυγουστιάτικο κ.λπ.) μέχρι πιο σύνθετες, όπως το δρόμο της αγάπης (πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι, προστάζει ο Χατζηδάκης), μέχρι το χρονικό ορίζοντα (έχει κάτι φεγγάρια να τον δω), την ψυχική διάθεση (είναι με τα φεγγάρια του), κ.ο.κ. Μάλιστα αυτού του είδους η προσέγγιση της γλωσσικής χρήσης (η επικοινωνιακή) είναι και η χρησιμότερη.