Όπως αθόρυβα τελειώνει η κάθε μέρα

ένα κομμάτι της αγάπης μεταμορφώνεται σε πάγο

ένα κομμάτι του κορμιού μεταμορφώνεται σε θάνατο. Τίτος Πατρίκιος, «Μεταμορφώσεις»

Οι χρόνοι είναι αλληλένδετοι

Στο έργο «Ναυτικός που καπνίζει» (1894-95) του Νικηφόρου Λύτρα ένας άντρας σε θέση ανάπαυσης και ανεμελιάς απολαμβάνει την πίπα του. Αλλού κοιτάζει το σώμα και αλλού το βλέμμα του, θα έλεγα. Με το σώμα στραμμένο σε άλλη μεριά, ο εικονιζόμενος κοιτάζει αυτόν που τον παρατηρεί, γεγονός που καταδεικνύει την ανάγκη για μια σχέση αμφίδρομη του βλέμματος ανάμεσα στο ζωγράφο- παρατηρητή και το μοντέλο του.

Ο χώρος που φιλοξενεί τη φιγούρα, όντας κενός, δεν παρέχει καμιά πληροφορία, βοηθητική ως προς τη στοιχειοθέτηση του περιβάλλοντος και κατ’ επέκταση ως προς μια κοινωνική οργάνωση. Η ένδυση του εικονιζόμενου άντρα, απλουστευμένη επίσης, δεν επιτρέπει μια διεξοδική ερμηνεία της καταβολής του. Είναι εντούτοις με επάρκεια ενδεικτική της απλής βαθμίδας που ο εικονιζόμενος τότε κατείχε.

Το πρόσωπο αναμφίβολα αποτελεί τον πυρήνα του έργου, όχι τόσο συνθετικά όσο σημασιολογικά. Κάτι παράδοξο συμβαίνει εντούτοις, αντιληπτό σε μια δευτερογενή ανάγνωση του πορτρέτου. Ο εικονιζόμενος άντρας κοιτάζει με το δεξί του μάτι αφού το άλλο κρύβεται και σχεδόν ενσωματώνεται στην κατάληξη του μάλλινου σκούφου που φορά.

Ο ζωγράφος επιχειρεί μια σπουδή πάνω στο βλέμμα και τη δυνατότητα του να «αποστρέφεται», να απαξιώνει ή να ακολουθεί τις θέσεις του σώματος. Είναι όμως και κάτι άλλο που αξίζει να σημειωθεί. Ο Λύτρας καταργεί τη δυαδικότητα των οργάνων που υπηρετούν και εκφράζουν τις αισθήσεις. Στο έργο, η φιγούρα δεν διαθέτει μόνο ένα μάτι.

Αποδίδεται με ένα αυτί, ένα ρουθούνι και ένα χέρι. Αυτή η εσκεμμένη παράλειψη οργάνων ή σκελών από μέρους του καλλιτέχνη διευκολύνει άραγε την εμπέδωση αυτού του καθεστώτος που λέγεται γήρας και συνεπάγεται την εξασθένιση και πολλές φορές την κατάργηση των αισθήσεων;

Ο ζωγράφος δεν αντιλαμβάνεται το γήρας μόνο ως υπόθεση απλής απεικόνισης αλλά και ως ένδειξη παθολογίας με επακόλουθες κάποιες εσωτερικές ζωτικές αλλοιώσεις. Έτσι, πέρα από την όψη του άντρα που καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό το βεβαρημένο πέρασμα του χρόνου επάνω της, ο Λύτρας εγχειρεί μια ενδοσκοπική ερμηνεία του πορτρέτου αποκρύβοντας εσκεμμένα ή παραλείποντας σημεία του σώματος. Εμμένοντας στον ενισμό των οργάνων, κατοχυρώνει την άποψη του ότι η έννοια του πραγματικού χρόνου και η αντίστοιχη  του εσωτερικού είναι αλληλένδετες.

Το έργο εικονίζει αριστουργηματικά έναν άντρα που προτάσσει με ευγένεια και ήθος τη θέση κάθε ανθρώπου που δικαιούται και απολαμβάνει την ησυχία και την πραότητα ενός ευδαίμονος γήρατος. Μακριά από όποιο επιβεβλημένο καθήκον, ο ναυτικός προοιωνίζει με τη στάση του την αποδοχή του τέλους. Σύμφωνα με τον Κωστή Παπαγιώργη, οι ηλικίες του ανθρώπου συνεπάγονται αναδιαμορφώσεις του σώματος και η σάρκα δεν είναι παρά «μια ενσαρκωμένη ιστορία, υποστασιοποιημένος χρόνος, εξωτερικότητα που δεν της λείπει η εσωτερικότητα…».

Υποστηρίζει μάλιστα ότι «σώμα και συνείδηση οφείλουν τη σύμφυσή τους στο γεγονός ότι η σωματικότητα δανείζεται από τον χώρο ενώ ο ψυχισμός δανείζεται από τον χρόνο». Όμοια γραμμή ακολουθεί ο Λύτρας, Υποστασιοποιεί τον άνθρωπο προσφέροντας του πλαίσιο και στη συνέχεια τον πιστώνει με νοήματα και δυνατότητες ώστε η ζωή του «να βιώνεται ως σκοτεινή και φωτεινή ενότητα ενός και μόνου πράγματος». 

Το νέο γήρας

Η ψυχίατρος-αναλύτρια Χλόη Κολύρη επισημαίνει τη διαφορά ανάμεσα στον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς το γήρας και τον τρόπο που το βιώνει. Σύμφωνα με την ίδια, αυτό ισχύει ανεξάρτητα ιστορικής περιόδου ή πολιτισμικού πλαισίου και αποτελεί κριτήριο κυρίως για την κοινωνική οργάνωση.

Η θέση της Κολύρη είναι καθαρά πολιτική αφού εστιάζει σε τρόπους που θα συνέβαλαν στην εξάλειψη της στοχοποίησης, του ετεροπροσδιορισμού και της παραγκώνισης των ηλικιωμένων. Πέρα από νέες προσεγγίσεις κοινωνικής αντίληψης και πρόνοιας, πέρα από καινοτόμες αναδιαρθρώσεις της επιστημολογίας και της γηριατρικής, η συγγραφέας αναζητά κάτι βαθύτερο και πιο αποτελεσματικό που θα συνέβαλλε σε μια νέα εικόνα και μια νέα θέση των ανθρώπων τρίτης ηλικίας στο κοινωνικό σύνολο.

Η Κολύρη ανασύρει γνώσεις και αξιοποιεί εμπειρίες από τομείς της ψυχανάλυσης, της φιλοσοφίας, της τέχνης και της ιστορίας προκειμένου να υποστηρίξει αυτό που η ίδια ορίζει ως «νέο γήρας». Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου της δίνει το στίγμα του γήρατος και της πολιτιστικής του ευρύτητας με πολύ σαφή τρόπο. Γράφει: «Στο βάθος του υποκειμένου είναι εγγεγραμμένη μια ηλικία ανεξάρτητη από τη γέννηση και την εκτύλιξη του βίου. Γερνάμε μαζί με το γήρας μας, γινόμαστε το γήρας μας, δεν είναι κάτι που μας προστίθεται εξωτερικά».

Τονίζει μάλιστα ότι η εναλλαγή ανάμεσα σε ταυτότητα και γίγνεσθαι αποτελεί συστατικό κάθε ηλικιακής περιόδου. Αυτή η εναλλαγή, σύμφωνα με την ίδια καθίσταται περισσότερο αναγκαία κατά το γήρας αφού οι ποικιλόμορφες εμπειρίες που οι άνθρωποι τρίτης ηλικίας κομίζουν, καλούνται να «συγκαλύψουν» ή καλύτερα συνεργήσουν με τις εμφανείς και αναπόφευκτες αλλοιώσεις των οργανικών λειτουργιών.

Αυτό που ο ηλικιωμένος οφείλει να εξισορροπήσει είναι την εξασθένιση των σωματικών δυνατοτήτων του με την επιθυμία για ζωή. Οφείλει να εξακολουθήσει να είναι ανοικτός σε κάθε προοπτική που του ανοίγεται και ικανός να αντιλαμβάνεται τη ροή των πραγμάτων με εγρήγορση στο μέτρο που το γήρας το επιτρέπει. «Αυτή την ενσωμάτωση στη ροή του γίγνεσθαι και τη στροφή στις συγκυρίες ονομάζουμε σήμερα νέο γήρας» διευκρινίζει η Κολύρη και διερωτάται σε ποιο βαθμό το μοντέλο νέου γήρατος θα μπορούσε να προσληφθεί ως έκφανση του οικουμενικού.

Καθιστά σαφές ότι «το χρώμα, η φυλή, το φύλο και το πολιτιστικό επίπεδο είναι απαραίτητα συστατικά του συμπλόκου που αντιπροσωπεύει το γήρας». Πάνω και πέρα από το ζήτημα της ταυτότητας – της υποκειμενοποίησης – η μύηση στην ιδέα του νέου γήρατος αποτελεί εγγύηση μιας νέας συλλογικότητας και μιας νέας τάξης πραγμάτων. Σε προχωρημένη ηλικία, μπορεί πλέον να δει κανείς να μετασχηματίζονται μειονεκτήματα σε πλεονεκτήματα, αμφιταλαντεύσεις σε βεβαιότητες, το κράτημα να γίνεται προοπτική.

Επανέρχομαι στο έργο του Νικηφόρου Λύτρα. Η Κολύρη είναι της άποψης ότι «από την αρχή το γήρας έχει κάτι το απόκοσμο». Σύμφωνα με την ίδια συναντά κανείς το γήρας κυρίως σε πορτρέτα αποθανόντων οικείων, ηρώων αλλά και ξένων. Αυτά εγείρουν και τις πρώτες υποψίες για το τι μέλλει γενέσθαι όταν ο χρόνος πληρώνεται.

«Η εικόνα όμως δεν αρκεί, ούτε η αναπαράσταση» επισημαίνει. Τι άραγε αναζητά ο Λύτρας πέρα από την απεικόνιση ενός γέρου ναυτικού; Το φόντο χωρίς περιεχόμενο και το ανέκφραστο πρόσωπο του εικονιζόμενου συμβάλλουν με επάρκεια στη σύσταση ενός απόκοσμου κλίματος. Ωστόσο, δεν πρόκειται τόσο για μια μελέτη ανατομίας του γερασμένου σώματος όσο για μια σπουδή της ψυχολογίας του γήρατος.

Στο έργο ο εξηνταδυάχρονος ζωγράφος καταθέτει αναμφίβολα τη δική του αγωνία για το γήρας. Το αναγγέλλει, θα έλεγα, καθότι αυτό ποτέ δεν επέρχεται παρά μόνο περαιωμένο.   

Πηγές

  • Τίτος Πατρίκιος, Ποιήματα Β΄ 1959-2017, Κίχλη, Αθήνα, 2018.
  • Κωστής Παπαγιώργης, Ο εαυτός, Καστανιώτης, Αθήνα, 2026.
  • Χλόη Κολύρη, Το γήρας, Πατάκης, Αθήνα, 2026.

Ελεύθερα, 05.07.2026